Πριν από λίγες ημέρες κοίταζα έναν παλιό υπολογιστή στο γραφείο. Δούλευε!
Αυτό, όπως αποδεικνύεται, ήταν το πρόβλημα.
Άνοιγε κανονικά τα αρχεία του, έστελνε email, έμπαινε στο Internet, συνεργαζόταν άψογα με τον εκτυπωτή. Ο άνθρωπος που τον χρησιμοποιούσε δεν είχε κανένα παράπονο. Ούτε ο υπολογιστής έδειχνε να έχει κάποιο ιδιαίτερο παράπονο από τη ζωή του.
Η Microsoft όμως έχει διαφορετική άποψη.
Ο υπολογιστής ήταν αρκετά καλός για τον άνθρωπο που τον χρησιμοποιούσε, όχι αρκετά καλός για τα Windows 11. Έπρεπε λοιπόν να αποσυρθεί.
Αναρωτήθηκα πότε ακριβώς αποκτήσαμε αυτή την περίεργη σχέση με την τεχνολογία. Πότε δεχθήκαμε ότι κάποιος άλλος μπορεί να αποφασίζει ότι ένα αντικείμενο που αγοράσαμε έχει γεράσει, ακόμη κι όταν αυτό εξακολουθεί να κάνει ακριβώς τη δουλειά για την οποία το αγοράσαμε;
Στα κινητά το έχουμε ήδη συνηθίσει. Στους υπολογιστές σχεδόν το θεωρούμε φυσικό.
Ίσως επειδή η τεχνολογία κατάφερε κάτι που η βιομηχανία της μόδας προσπαθούσε χρόνια να πετύχει: να μας κάνει να νιώθουμε άβολα με κάτι απολύτως λειτουργικό μόνο και μόνο επειδή είναι περσινό.
Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για παπούτσια. Μιλάμε για εκατοντάδες εκατομμύρια μηχανήματα.
Το Tρίτο ενδεχόμενο
Όταν ένας υπολογιστής δεν μπορεί να περάσει στην επόμενη έκδοση των Windows, οι περισσότεροι θεωρούμε ότι υπάρχουν δύο επιλογές.
Κρατάμε το παλιό λειτουργικό χωρίς υποστήριξη ή αγοράζουμε νέο υπολογιστή.
Υπάρχει όμως μια τρίτη επιλογή, για την οποία σπάνια γίνεται λόγος εκτός τεχνολογικών κύκλων. Να κρατήσουμε τον υπολογιστή και να αλλάξουμε το λειτουργικό του σύστημα.
Εδώ εμφανίζεται το Linux.
Για κάποιον που δεν ασχολείται με υπολογιστές, η λέξη πιθανότατα φέρνει στο μυαλό έναν “νέρντουλα” αξύριστο προγραμματιστή μπροστά σε μια μαύρη οθόνη να πληκτρολογεί ακατανόητες εντολές στις τρεις τα ξημερώματα.
Κάποτε αυτή η εικόνα δεν απείχε πολύ από την πραγματικότητα.
Σήμερα απέχει, αρκετά!
Το Linux είναι ένα ελεύθερο λειτουργικό σύστημα ανοικτού κώδικα. Υπάρχει σε πολλές διαφορετικές εκδόσεις (distros), αρκετές από τις οποίες μοιάζουν περισσότερο με τα Windows απ’ όσο ίσως θα ‘πρεπε.
Browser, email, εφαρμογές γραφείου, φωτογραφίες, βίντεο, εκτυπωτές, δίκτυο, αρχεία.
Για έναν τεράστιο αριθμό καθημερινών εργασιών ο μέσος χρήστης μπορεί να κάνει ακριβώς όσα έκανε πριν.
Το ενδιαφέρον όμως βρίσκεται αλλού. Πολλές εκδόσεις Linux μπορούν να λειτουργήσουν εξαιρετικά σε υπολογιστές τους οποίους τα σύγχρονα Windows θεωρούν πλέον υπερβολικά παλιούς. Ξαφνικά λοιπόν ο υπολογιστής που χθες προοριζόταν για ανακύκλωση αποκτά δεύτερη ζωή.
Αυτό με έκανε να αναρωτηθώ κάτι πολύ μεγαλύτερο από το ποιο λειτουργικό σύστημα προτιμά ο καθένας.
Τι θα συνέβαινε στην οικονομία αν σταματούσαμε να πετάμε πράγματα πριν πραγματικά χαλάσουν;
Το άβολο μέρος της ιστορίας
Η πρώτη απάντηση φαίνεται προφανής.
Θα αγοράζαμε λιγότερα.
Αν ένας υπολογιστής μπορούσε να παραμείνει παραγωγικός για δέκα χρόνια αντί για πέντε ή έξι, οι κατασκευαστές θα πουλούσαν λιγότερα μηχανήματα.
Αν εκατομμύρια άνθρωποι χρησιμοποιούσαν δωρεάν λειτουργικά συστήματα ανοικτού κώδικα, εταιρείες που βασίζουν μέρος των εσόδων τους σε άδειες λογισμικού και συνδεδεμένες υπηρεσίες θα έχαναν χρήματα.
Άρα το Linux θα έκανε ζημιά στην οικονομία;
Όχι ακριβώς.
Γιατί τα χρήματα που δεν ξοδεύτηκαν δεν εξαφανίστηκαν. Παρέμειναν στην τσέπη κάποιου άλλου και να τι εννοώ:
Μια μικρή εταιρεία που δεν χρειάζεται να αντικαταστήσει είκοσι υπολογιστές μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτά τα χρήματα για καλύτερο εξοπλισμό, κυβερνοασφάλεια, backup, εκπαίδευση ή μισθούς.
Μπορεί να πληρώσει έναν τεχνικό για να συντηρήσει τα υπάρχοντα μηχανήματα.
Μπορεί να αγοράσει RAM και SSD από μια μικρότερη επιχείρηση.
Μπορεί απλώς να κρατήσει τα χρήματα.
Πράγμα που επίσης επιτρέπεται, όσο κι αν μερικές φορές η σύγχρονη οικονομία μοιάζει να το θεωρεί προσωπική προσβολή. Η οικονομική δραστηριότητα λοιπόν δεν εξαφανίζεται απαραίτητα.
Αλλάζει διεύθυνση!
Το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα είναι ποιος πληρώνεται
Έχουμε την τάση να θεωρούμε ότι το δωρεάν λογισμικό βρίσκεται κάπως έξω από την οικονομία.
Δεν βρίσκεται.
Γύρω από το Linux υπάρχει μια τεράστια αγορά υπηρεσιών, υποστήριξης, servers, cloud υποδομών, ανάπτυξης λογισμικού, εκπαίδευσης και συμβουλευτικής.
Η διαφορά βρίσκεται στη φύση της συναλλαγής. Στο παραδοσιακό μοντέλο ένα σημαντικό μέρος της αξίας βρίσκεται στην άδεια χρήσης. Στο ανοικτό μοντέλο μεγαλύτερο μέρος της αξίας μπορεί να βρίσκεται στη γνώση.
Δεν πληρώνεις τόσο για την άδεια να χρησιμοποιήσεις το εργαλείο. Πληρώνεις κάποιον επειδή ξέρει να το εγκαταστήσει, να το προσαρμόσει, να το προστατεύσει και να το κάνει να δουλεύει σωστά για σένα.
Αυτή η μικρή διαφορά έχει τεράστιες οικονομικές συνέπειες.
Η αξία μετακινείται από το προϊόν προς την υπηρεσία. Από τον κατασκευαστή προς τον τεχνικό. Από λίγες πολυεθνικές προς ένα πολύ μεγαλύτερο οικοσύστημα ανθρώπων και επιχειρήσεων.
Δεν πρόκειται για κατάργηση της αγοράς. Πρόκειται για διαφορετική αγορά.
Τα δεδομένα μας
Υπάρχει ακόμη ένας λόγος που αυτή η συζήτηση δεν αφορά μόνο τους υπολογιστές.
Οι σύγχρονες τεχνολογικές εταιρείες δεν θέλουν απλώς να χρησιμοποιούμε τα προϊόντα τους. Θέλουν να παραμένουμε μέσα στο οικοσύστημά τους.
Λογαριασμός, cloud, συγχρονισμός, τηλεμετρία, εφαρμογές, συνδρομές, υπηρεσίες.
Καθεμία από αυτές τις λειτουργίες μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμη. Όλες μαζί όμως δημιουργούν μια σχέση που αξίζει τουλάχιστον να εξετάσουμε. Αγοράσαμε έναν υπολογιστή ή νοικιάσαμε σταδιακά το δικαίωμα να αποφασίζουμε τι θα κάνουμε μαζί του;
Το Linux προτείνει μια αρκετά διαφορετική σχέση. Δεν υπόσχεται έναν κόσμο χωρίς εταιρείες ούτε έναν παράδεισο χωρίς προβλήματα. Λέει κάτι πολύ πιο πεζό:
Ο υπολογιστής είναι δικός σου.
Διάκριση
Το Linux δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα Windows παντού.
Σε πολλές επιχειρήσεις υπάρχουν εξειδικευμένες εφαρμογές που απαιτούν Windows. Λογιστικά προγράμματα, ERP, εφαρμογές μηχανικών, ειδικά περιφερειακά ή εταιρικά συστήματα μπορούν να κάνουν τη μετάβαση δύσκολη ή εντελώς παράλογη.
Η σωστή απάντηση δεν είναι να εγκαταστήσουμε Linux παντού. Αυτό θα ήταν απλώς η αντικατάσταση ενός δογματισμού με έναν άλλο. Η σωστή ερώτηση είναι πολύ απλούστερη:
Πού πραγματικά χρειαζόμαστε Windows;
Ένας λογιστής που χρησιμοποιεί εξειδικευμένο λογιστικό πρόγραμμα μπορεί πράγματι να τα χρειάζεται.
Ο υπολογιστής της reception που ανοίγει browser, email και PDF ίσως όχι.
Ο υπολογιστής μιας αίθουσας συσκέψεων πιθανότατα όχι.
Ένα παλιό laptop που προορίζεται για απλές καθημερινές εργασίες επίσης ίσως όχι.
Ξαφνικά η συζήτηση γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα.
Δεν συζητάμε πλέον αν το Linux είναι «καλύτερο» από τα Windows.
Συζητάμε αν χρειάζεται να αγοράσουμε κάτι που ήδη έχουμε.
Εκεί βρίσκεται ο νέος ρόλος του IT
Ο άνθρωπος του IT δεν χρειάζεται να γίνει σταυροφόρος του ανοικτού λογισμικού. Χρειάζεται να κάνει κάτι πολύ πιο δύσκολο.Να σκέφτεται. Να κοιτάζει έναν υπολογιστή πέντε ή δέκα ετών και να μην ρωτά πρώτα αν υποστηρίζει Windows 11. Να ρωτά:
Κάνει ακόμη τη δουλειά που χρειαζόμαστε;
Αν η απάντηση είναι ναι, τότε η επόμενη ερώτηση πρέπει να είναι αν μπορούμε να συνεχίσουμε να τον χρησιμοποιούμε με ασφάλεια.
Μερικές φορές η απάντηση θα είναι Windows.
Μερικές φορές Linux.
Μερικές φορές καινούργιος υπολογιστής.
Αυτή ακριβώς είναι η δουλειά της τεχνολογικής συμβουλής: να επιλέγει αυτό που χρειάζεται ο άνθρωπος που πληρώνει τον λογαριασμό, όχι αυτό που βολεύει περισσότερο εκείνον που τον εκδίδει.
Ίσως τελικά αγοράζουμε χρόνο
Υπάρχει κάτι παράξενα ανθρώπινο σε όλη αυτή την ιστορία. Ξοδέψαμε δεκαετίες προσπαθώντας να κατασκευάσουμε πράγματα που διαρκούν περισσότερο. Μόλις τα καταφέραμε, δημιουργήσαμε μια οικονομία που χρειάζεται να τα αντικαθιστούμε γρηγορότερα.
Ένας υπολογιστής που λειτουργεί δέκα χρόνια αντί για πέντε δεν είναι αποτυχία της οικονομίας. Είναι επιτυχία της μηχανικής.
Ένας καταναλωτής που δεν αγοράζει κάτι επειδή δεν το χρειάζεται δεν είναι πρόβλημα που πρέπει να διορθωθεί. Είναι ένας άνθρωπος που έκανε λογική χρήση των χρημάτων του.
Το Linux, υπό αυτή την έννοια, δεν είναι απλώς ένα διαφορετικό λειτουργικό σύστημα. Είναι μια μικρή υπενθύμιση ότι η τεχνολογική πρόοδος δεν μετριέται μόνο από το πόσο γρήγορα μπορούμε να αγοράσουμε το επόμενο πράγμα. Μερικές φορές μετριέται από το πόσο περισσότερο μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό που ήδη έχουμε.
Κοιτάζοντας λοιπόν εκείνον τον παλιό υπολογιστή στο γραφείο, η ερώτηση δεν ήταν πλέον αν μπορούσε να τρέξει Windows 11.
Ήταν πολύ πιο απλή.
Αφού εξακολουθεί να κάνει τη δουλειά του, ποιος ακριβώς αποφάσισε ότι είναι παλιός;
