Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή που κοιτάζεις γύρω σου και αναρωτιέσαι πως ακριβώς βρέθηκες εδώ.
Δεν εννοώ πως βρέθηκες στο συγκεκριμένο σπίτι, στη συγκεκριμένη δουλειά ή δίπλα στον συγκεκριμένο άνθρωπο. Αυτά συνήθως μπορούμε να τα εξηγήσουμε. Υπήρξε μια αγγελία, μια γνωριμία, μια απόφαση, ένα στεγαστικό με τριάντα χρόνια διάρκεια ώστε να έχεις αρκετό χρόνο να μετανιώσεις για την απόφαση.
Το πιο ενοχλητικό ερώτημα είναι άλλο.
Πως βρέθηκες να είσαι αυτός που είσαι;
Πόσα από όσα θεωρείς σήμερα «εγώ» τα επέλεξες πραγματικά; Το όνομά σου το βρήκες έτοιμο. Τη γλώσσα σου επίσης. Την πρώτη σου θρησκεία συνήθως τη διάλεξαν άλλοι. Την πατρίδα σου δεν τη διάλεξες καθόλου. Τι σημαίνει επιτυχία το έμαθες πριν προλάβεις να αποφασίσεις αν σε ενδιαφέρει. Ακόμη και για τον έρωτα κάποιος είχε ήδη γράψει το σενάριο: γνωρίζεστε, ερωτεύεστε, δεσμεύεστε, συγκατοικείτε, παντρεύεστε, αγοράζετε έναν καναπέ τόσο μεγάλο ώστε στο τέλος να μπορείτε να κάθεστε όσο γίνεται μακρύτερα ο ένας από τον άλλον.
Ύστερα εμφανίζεται ο Νικόλας Άσιμος.
Όχι απαραίτητα ο ιστορικός Άσιμος. Περισσότερο εκείνος που συμβολίζει η ιστορία του: τον άνθρωπο που κοιτάζει όλο αυτό το οικοδόμημα και ρωτάει κάτι σχεδόν αγενές.
Γιατί;
Γιατί πρέπει να παίξω το παιχνίδι;
Γιατί πρέπει να διαλέξω στρατόπεδο;
Γιατί πρέπει να γίνω αυτό που θεωρείτε λογικό;
Κάπου εκεί εμφανίζεται μια λέξη που του ταίριαζε υπέροχα:
Πληνθέτης
Οι άλλοι προσθέτουν. Εκείνος αφαιρεί.
Ας αφαιρέσουμε λοιπόν.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι έχουμε ρόλους
Δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς ρόλους. Είμαστε γονείς, παιδιά, σύντροφοι, φίλοι, εργοδότες, εργαζόμενοι, πολίτες. Στις οκτώ το πρωί μπορεί να είσαι μητέρα. Στις εννέα προϊσταμένη. Στις δύο πελάτισσα. Στις έξι κόρη ηλικιωμένων γονιών. Στις δέκα σύντροφος. Στις έντεκα κάποια που θέλει απλώς να την αφήσουν όλοι ήσυχη να δει μια σειρά.
Τίποτε περίεργο μέχρι εδώ.
Οι ρόλοι είναι χρήσιμοι. Μας επιτρέπουν να συνεργαζόμαστε χωρίς κάθε πρωί να επαναδιαπραγματευόμαστε από την αρχή ολόκληρο τον ανθρώπινο πολιτισμό.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν συμβαίνει μια μικρή μετατόπιση.
Άλλο να έχουμε έναν ρόλο. Άλλο να είμαστε ο ρόλος μας.
Λέω «είμαι γιατρός».
Όχι ακριβώς. Είσαι ένας άνθρωπος που ασκεί την ιατρική.
Λέω «είμαι επιχειρηματίας».
Είσαι ένας άνθρωπος που δημιούργησε μια επιχείρηση.
«Είμαι σύζυγος».
Είσαι ένας άνθρωπος που επέλεξε να βρίσκεται σε έναν γάμο.
Η διαφορά φαίνεται γλωσσική. Δεν είναι.
Τη στιγμή που το «κάνω» μετατρέπεται σε «είμαι», ο ρόλος αποκτά δικαιώματα ιδιοκτησίας επάνω μας.
Τότε αρχίζουμε να τον υπερασπιζόμαστε ακόμη κι όταν δεν μας εξυπηρετεί πια.
Όταν το “μέσο” αποφασίζει ότι έγινε σκοπός
Οι άνθρωποι δημιουργήσαμε θεσμούς, οικονομίες, επαγγέλματα, χρήματα, κανόνες, τεχνολογίες. Όλα αυτά υπήρξαν εξαιρετικές εφευρέσεις.
Μέχρι ενός σημείου.
Το χρήμα δημιουργήθηκε για να διευκολύνει τη ζωή. Κάποια στιγμή η ζωή οργανώθηκε γύρω από την απόκτηση χρήματος.
Η εργασία εξασφάλιζε τα μέσα για να ζήσουμε. Κάπου στη διαδρομή αρχίσαμε να οργανώνουμε τη ζωή ώστε να μπορούμε να εργαζόμαστε περισσότερο.
Η τεχνολογία υποσχέθηκε να μας εξοικονομήσει χρόνο. Χρησιμοποιήσαμε τον χρόνο που εξοικονομήσαμε για να κάνουμε περισσότερα πράγματα σε λιγότερο χρόνο.
Αυτό είναι πραγματικά εντυπωσιακό.
Εφεύραμε μηχανές για να μας απελευθερώσουν από τη δουλειά. Μετά χρησιμοποιήσαμε τις μηχανές ώστε να μπορούμε να δουλεύουμε ακόμη κι όταν είμαστε στην παραλία.
Ίσως κάπου εδώ δικαιούμαστε να υποψιαστούμε ότι κάτι πήγε στραβά.
Υπάρχει ένα όριο πέρα από το οποίο το δημιούργημά μας παύει να μας υπηρετεί. Αρχίζει να απαιτεί να το υπηρετούμε εμείς.
Εκεί το μέσο έγινε σκοπός.
Ίσως αυτή να είναι μια αρκετά καλή περιγραφή της αλλοτρίωσης.
Ίσως ακόμη να είναι μια μικρή ύβρις απέναντι στην ίδια τη ζωή.
Το πρόβλημα με το κοστούμι
Θα ήταν βολικό να πιστέψουμε ότι οι ρόλοι είναι απλώς κοστούμια.
Φοράω ένα το πρωί. Το βγάζω το βράδυ. Από κάτω παραμένω αναλλοίωτος εγώ.
Δυστυχώς δεν λειτουργεί ακριβώς έτσι.
Αν υπηρετήσεις έναν ρόλο αρκετό καιρό, ο ρόλος αρχίζει να σε εκπαιδεύει.
Η επανάληψη γίνεται συνήθεια. Η συνήθεια γίνεται τρόπος αντίδρασης. Ο τρόπος αντίδρασης γίνεται χαρακτήρας. Κάποια στιγμή ο χαρακτήρας εμφανίζεται μπροστά σου και συστήνεται:
«Γεια σου. Είμαι εσύ».
Ο διευθυντής που επί είκοσι χρόνια μαθαίνει να αξιολογεί τους ανθρώπους αποκλειστικά με βάση την απόδοσή τους μπορεί κάποια στιγμή να αρχίσει να βλέπει έτσι τους πάντες.
Ο πολιτικός που λέει το πρώτο μικρό ψέμα επειδή «ο σκοπός είναι καλός» μπορεί μετά από χρόνια να θεωρεί την αλήθεια απλώς μία ακόμη μεταβλητή προς διαχείριση.
Ακόμη και ο ρόλος του «καλού ανθρώπου» μπορεί να γίνει φυλακή. Μπορεί να σημαίνει ότι δεν θυμώνεις ποτέ, δεν αρνείσαι ποτέ, δεν απογοητεύεις κανέναν. Στο τέλος ίσως ανακαλύψεις ότι ήσουν καταπληκτικός για όλους εκτός από έναν άνθρωπο.
Εσένα.
Οπότε χρειάζεται ένα καλύτερο κριτήριο για τους ρόλους.
Όχι «μου αρέσει;».
Όχι «με κάνει επιτυχημένο;».
Ούτε καν «με κάνει ευτυχισμένο;».
Η ερώτηση είναι πιο άβολη:
Σε τι είδους άνθρωπο με μετατρέπει η καθημερινή υπηρεσία αυτού του ρόλου;
Ωραία. Τους πετάμε όλους;
Εδώ εμφανίζεται η μεγάλη παγίδα.
Ας πούμε ότι αντιλαμβάνομαι πως πολλά από όσα θεωρούσα εαυτό μου είναι ρόλοι, συνήθειες, κοινωνικές προσδοκίες.
Τα πετάω.
Μετά;
Ο Διογένης θα αφαιρούσε τις περιττές ανάγκες. Ο Αριστοτέλης θα αναζητούσε εκείνες τις συνήθειες που οδηγούν στην ανθρώπινη άνθηση. Ο Κίρκεγκωρ θα με ρωτούσε αν έχω πραγματικά επιλέξει τον εαυτό μου. Ο Νίτσε θα υποψιαζόταν ότι οι αξίες που θεωρώ δικές μου είναι κληρονομημένες. Ο Σαρτρ θα μου αφαιρούσε την τελευταία δικαιολογία λέγοντας ότι ακόμη κι αν δεν υπάρχει έτοιμη απάντηση, παραμένω υπεύθυνος για την επιλογή μου.
Ο Φουκώ θα έκανε τα πράγματα χειρότερα.
Θα ρωτούσε αν ακόμη κι αυτός ο «αυθεντικός εαυτός» που νομίζω ότι ανακάλυψα δεν είναι απλώς άλλη μία κατασκευή.
Ο Βουδισμός θα ερχόταν στο τέλος να χαλάσει εντελώς τη βραδιά ρωτώντας γιατί είμαι τόσο βέβαιος ότι υπάρχει εξαρχής ένας σταθερός εαυτός για να ανακαλύψω.
Οπότε επιστρέφουμε στο πραγματικό πρόβλημα:
Αν απορρίψω όσα μου είπαν ότι πρέπει να είμαι, με ποιο κριτήριο θα αποφασίσω τι αξίζει να γίνω;
Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
Ίσως ο καλός ρόλος να είναι αυτός που δεν σε φοβάται
Αρχικά η απάντηση μοιάζει απλή.
Καλός είναι ο ρόλος που με εξελίσσει.
Μόνο που αυτό δεν λέει πολλά. Ένας φανατικός μπορεί να θεωρεί εξέλιξη το να γίνει φανατικότερος. Ένας αδίστακτος επιχειρηματίας μπορεί να θεωρεί προσωπική ανάπτυξη το πρώτο του δισεκατομμύριο.
Χρειαζόμαστε κάτι καλύτερο.
Ίσως λοιπόν ένας καλός ρόλος να έχει ένα παράξενο χαρακτηριστικό:
δεν φοβάται να γνωρίσεις άλλους ρόλους.
Ο καλός δάσκαλος δεν θέλει έναν μαθητή που θα τον πιστεύει για πάντα. Θέλει έναν μαθητή που κάποια στιγμή θα μπορεί να του πει ότι έκανε λάθος.
Ο καλός γονιός δεν μεγαλώνει ένα παιδί που θα τον χρειάζεται αιώνια. Μεγαλώνει έναν άνθρωπο ικανό κάποτε να φύγει.
Μια πολιτική ιδέα που απαγορεύει να διαβάσεις τους αντιπάλους της μάλλον δεν εμπιστεύεται πολύ τον εαυτό της.
Μια φιλοσοφία που καταρρέει όταν την αμφισβητήσεις δεν ήταν φιλοσοφία. Ήταν κατήχηση.
Τότε εμφανίζεται ένα πολύ ενδιαφέρον ενδεχόμενο.
Ο καλός ρόλος δεν απαιτεί να σταματήσεις να εξελίσσεσαι για να μπορέσεις να συνεχίσεις να τον υπηρετείς.
Ο κακός ρόλος λέει:
«Για να παραμείνεις μαζί μου πρέπει να παραμείνεις αυτός που χρειάζομαι να είσαι».
Ο καλός λέει:
«Γίνε ό,τι μπορείς να γίνεις. Αν στο τέλος εξακολουθείς να με επιλέγεις, τότε πράγματι με επέλεξες».
Ας βάλουμε τώρα μια σύζυγο στο φιλοσοφικό εργαστήριο
Εδώ χρειάζεται ένα ελαφρώς επικίνδυνο παράδειγμα.
Φανταστείτε μια σύζυγο που λέει στον άντρα της:
«Θέλω να γνωρίσεις κι άλλες γυναίκες, να εξελιχθείς. Μετά ίσως γίνεις καλύτερος σύζυγος».
Πριν αρχίσουν να εκτυπώνονται επαγγελματικές κάρτες με αυτή τη νέα σχολή οικογενειακής θεραπείας, ας διευκρινίσουμε κάτι.
Δεν ισχυριζόμαστε ότι οι ερωμένες αποτελούν πρόγραμμα προσωπικής ανάπτυξης.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού.
Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο:
«Με επιλέγεις επειδή δεν γνώρισες τίποτε άλλο»
και στο:
«Γνώρισες τι άλλο υπάρχει. Θα μπορούσες να φύγεις. Παρ’ όλα αυτά με επιλέγεις».
Η δεύτερη επιλογή έχει άλλο βάρος.
Αυτό δεν αφορά μόνο τον γάμο.
Πόσο δική σου είναι μια πίστη αν δεν σου επετράπη ποτέ να γνωρίσεις άλλη;
Πόσο δική σου είναι μια πολιτική πεποίθηση αν γνωρίζεις τους αντιπάλους της μόνο από όσα σου είπαν οι υποστηρικτές της;
Πόσο ελεύθερα επέλεξες έναν τρόπο ζωής αν αγνοείς ότι υπάρχουν άλλοι;
Η άγνοια μπορεί να παράγει πίστη.
Δεν παράγει απαραίτητα επιλογή.
Προσοχή: εδώ καραδοκεί η σοφιστεία
Σε αυτό ακριβώς το σημείο η θεωρία μας μπορεί να γίνει ένας εξαιρετικά κομψός τρόπος να δικαιολογούμε κάθε ανοησία!
«Σε απάτησα για να εξελιχθώ».
«Εγκατέλειψα τις υποχρεώσεις μου επειδή αναζητούσα τον αυθεντικό εαυτό μου».
«Πλήγωσα πέντε ανθρώπους στο ταξίδι της αυτογνωσίας μου».
Υπέροχα.
Μόλις μετατρέψαμε τη φιλοσοφία σε άλλοθι.
Η εξέλιξη δεν μπορεί να σημαίνει απλώς περισσότερες εμπειρίες. Ούτε αδιάκοπη αλλαγή. Ούτε διαρκή ικανοποίηση κάθε επιθυμίας.
Χρειάζεται αυστηρότερο κριτήριο.
Ίσως αυτό:
Εξέλιξη είναι η αύξηση της ικανότητάς μου να βλέπω, να κρίνω, να επιλέγω συνειδητά και να αναλαμβάνω το κόστος της επιλογής μου.
Τότε αποκτά νόημα η γνωριμία με άλλους ρόλους.
Δεν τους γνωρίζω επειδή οφείλω να τους δοκιμάσω όλους.
Τους γνωρίζω ώστε ο δικός μου να παραμένει επιλογή.
Ίσως τελικά αυτό να ψάχναμε
Ξεκινήσαμε από μια υποψία ότι αυτό που αποκαλούμε ζωή έχει γεμίσει μηχανισμούς επιβίωσης που κάποια στιγμή ξέχασαν γιατί δημιουργήθηκαν.
Φτάσαμε στους ρόλους.
Ανακαλύψαμε ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτούς. Ανακαλύψαμε επίσης ότι είναι επικίνδυνο να γίνουμε αυτοί.
Μετά προέκυψε κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό.
Οι ρόλοι που υπηρετούμε μάς διαμορφώνουν.
Άρα δεν αρκεί να ρωτάμε:
«Ποιος είμαι;»
Ίσως είναι χρησιμότερο να ρωτάμε:
«Αυτό που κάνω κάθε μέρα, ποιον με κάνει;»
Υπάρχει όμως μία τελευταία ερώτηση.
Πώς αναγνωρίζω τον καλό ρόλο;
Ίσως τώρα μπορούμε να δώσουμε μια προσωρινή απάντηση.
Ο κακός ρόλος χρειάζεται να μικρύνεις ώστε να χωράς μέσα του.
Ο καλύτερος ρόλος σου επιτρέπει να μεγαλώνεις όσο βρίσκεσαι μέσα του.
Ο ακόμη καλύτερος σε ενθαρρύνει να κοιτάξεις έξω από αυτόν.
Ο πραγματικά σπουδαίος δέχεται κάτι σχεδόν αφύσικο:
ότι η εξέλιξή σου μπορεί κάποτε να σε οδηγήσει πέρα από τον ίδιο.
Δεν σου κρύβει τις εναλλακτικές.
Δεν απαιτεί άγνοια για να επιβιώσει.
Δεν μετατρέπει την παραμονή σου σε απόδειξη αφοσίωσης.
Σου επιτρέπει να φύγεις.
Ακριβώς γι’ αυτό αποκτά αξία όταν επιλέγεις να μείνεις.
Ίσως λοιπόν ελευθερία να μην είναι να μην έχουμε κανέναν ρόλο. Αυτό μάλλον είναι άλλη μία ωραία φαντασίωση.
Ελευθερία μπορεί να είναι κάτι δυσκολότερο:
να μπορούμε να κατοικούμε έναν ρόλο χωρίς να του παραδίδουμε την κυριότητα του εαυτού μας.
Να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν άλλοι δρόμοι.
Να έχουμε το δικαίωμα να τους κοιτάξουμε.
Να έχουμε την ικανότητα να φύγουμε.
Ύστερα να μπορούμε ακόμη και να επιστρέψουμε.
Γιατί υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «μένω επειδή δεν μπορώ να φύγω» και στο «θα μπορούσα να είμαι αλλού, γνωρίζω πλέον τι σημαίνει αλλού, παρ’ όλα αυτά επιλέγω να είμαι εδώ».
Ίσως αυτό να είναι τελικά το πλησιέστερο που φτάσαμε στο ιερό δισκοπότηρο.
Ο σωστός ρόλος δεν είναι εκείνος που σου λέει ποιος πρέπει να είσαι. Είναι εκείνος που σε βοηθά να γίνεις αρκετά ελεύθερος ώστε κάποτε να μπορείς να αποφασίσεις αν τον χρειάζεσαι ακόμη.
Αν μετά από αυτό τον επιλέξεις ξανά, τότε ίσως για πρώτη φορά δεν παίζεις απλώς τον ρόλο.
Τον έχεις επιλέξει.
