Υπάρχουν στιγμές που κοιτάς τη ζωή σου και όλα φαίνονται σωστά. Το σπίτι, οι άνθρωποι, οι συνήθειες, οι μικρές τελετουργίες της καθημερινότητας. Το ποτήρι στο ίδιο σημείο, τα κλειδιά στην ίδια θέση, οι ίδιες απαντήσεις στις ίδιες ερωτήσεις.

Όμως, μέσα σου, κάτι έχει ήδη αλλάξει.

Όχι με θόρυβο. Όχι με δράμα. Όχι με εκείνη τη θεατρική μουσική που θα βοηθούσε πολύ, αν η ζωή είχε σκηνοθέτη. Αλλά αθόρυβα. Σχεδόν ευγενικά. Σαν μια σκέψη που κάθεται απέναντί σου και περιμένει να την κοιτάξεις στα μάτια.

Και τότε αναρωτιέσαι:

τι γίνεται όταν το μέλλον που ονειρεύεσαι δεν μοιάζει καθόλου με το παρόν που έχτισες;

Για χρόνια πίστευα ότι η σταθερότητα είναι απόδειξη επιτυχίας. Ότι αν κάτι άντεξε, σημαίνει πως ήταν σωστό. Ότι αν μια ζωή δείχνει τακτοποιημένη, τότε μάλλον πρέπει να είσαι ευγνώμων και να μη ρωτάς πολλά.

Αλλά μεγαλώνοντας και το λέω χωρίς την παραμικρή διάθεση να ακουστώ σοφός, γιατί συνήθως η σοφία έρχεται αφού έχεις κάνει όλες τις λάθος επιλογές με περίσσεια αυτοπεποίθηση, καταλαβαίνεις κάτι πιο δύσκολο: μερικές ζωές δεν χτίστηκαν από επιθυμία. Χτίστηκαν από ανάγκη. Από φόβο. Από προσδοκίες άλλων. Από την αγωνία να μη στενοχωρήσεις κανέναν. Από την ανάγκη να εισαι αποδεκτός. Από το να είσαι “σωστός” πριν προλάβεις να αναρωτηθείς αν είσαι αληθινός.

Κάπου εκεί θυμήθηκα τον Ηράκλειτο. ”Τα πάντα ρει.”

Πόσο ενοχλητικά απλό. Πόσο αληθινό. Πόσο άβολο, αν έχεις περάσει τη μισή σου ζωή προσπαθώντας να κρατήσεις τα πράγματα ακίνητα.

Η αλλαγή δεν είναι ατύχημα. Δεν είναι παραστράτημα. Δεν είναι αποτυχία του σχεδίου. Είναι το ίδιο το σχέδιο. Η ζωή δεν μας υπόσχεται ότι θα μείνουμε ίδιοι. Εμείς το υποσχόμαστε στους άλλους και μετά θυμώνουμε με τον εαυτό μας όταν δεν μπορούμε να το τηρήσουμε.

Δεν ξέρω αν θα πετύχω. Δεν ξέρω αν η αλλαγή που σκέφτομαι θα με οδηγήσει κάπου καλύτερα.

Ξέρω όμως ότι κάθε αλλαγή αφήνει πάνω σου παράσημα. Μικρά, αόρατα, ακριβά παράσημα. Σε μαθαίνει να περπατάς αλλιώς. Να μιλάς αλλιώς. Να χάνεις κάτι χωρίς να χάνεσαι ολόκληρος.

Και φυσικά, υπάρχουν πάντα οι άνθρωποι.

Οι άνθρωποι έχουν μια εκπληκτική ικανότητα να γνωρίζουν ακριβώς τι πρέπει να κάνεις με τη ζωή σου — κυρίως όταν δεν έχουν ιδέα τι να κάνουν με τη δική τους. Κρίνουν εύκολα. Με βεβαιότητα. Με εκείνη τη σιγουριά που έχουν όσοι ζουν μέσα σε δανεικές ζωές. Ζωές φορεμένες σαν ρούχα που δεν τους πάνε, αλλά ήταν ακριβά, οπότε συνεχίζουν να τα φοράνε.

Και ίσως γι’ αυτό η αλλαγή των άλλων τους ενοχλεί τόσο. Γιατί κάθε άνθρωπος που κινείται υπενθυμίζει σε κάποιον άλλον ότι ξέμεινε ακίνητος.

Όμως οι άνθρωποι που πραγματικά σε αγαπούν δεν αγαπούν το κάδρο. Δεν αγαπούν μόνο τη σύνθεση, τα χρώματα, την ωραία κορνίζα, την κοινωνικά αποδεκτή εικόνα. Αγαπούν αυτόν που το ζωγράφισε.

Ή τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω.

Και μετά έρχεται το μεγάλο ερώτημα. Το ερώτημα που δεν χωράει σε ωραίες φράσεις και σε φιλοσοφικά αποφθέγματα.

Έχω το δικαίωμα να αλλάξω;

Όχι θεωρητικά. Όχι ως γενική αρχή. Όλοι πιστεύουμε στην αλλαγή, όταν συμβαίνει σε κάποιον άλλον και δεν μας κοστίζει τίποτα.

Έχω εγώ το δικαίωμα να αλλάξω;

Να θέλω κάτι άλλο;

Να μη με χωράει πια η ζωή που κάποτε διάλεξα ή άφησα να διαλέξουν μαζί μου;

Να ζητήσω χρόνο με εμένα, χωρίς αυτό να μοιάζει με προδοσία;

Γιατί η αλήθεια είναι αυτή: παραμένοντας, μερικές φορές προδίδεις τον εαυτό σου πιο βαθιά απ’ όσο νομίζεις ότι θα “πρόδιδες” κάποιον φεύγοντας.

Εκεί αρχίζει ο φόβος.

Την Αγαπώ! Αυτό είναι το δύσκολο. Αν δεν την αγαπούσα, όλα θα ήταν πιο απλά, πιο καθαρά, πιο βολικά. Θα μπορούσα να φορέσω τον ρόλο του ανθρώπου που φεύγει και να τελειώνω.

Αλλά δεν είναι έτσι!

Την Σκέφτομαι. Φοβάμαι, τρέμω ότι θα νιώσει εγκατάλειψη και θα είμαι εγώ η αιτία. Δεν εγκατέλειψα ποτέ! Φοβάμαι ότι θα ακούσει την ανάγκη μου για το όποιο είδος απόστασης σαν απόρριψη. Φοβάμαι ότι θα νομίσει πως όλα όσα υπήρξαν δεν ήταν αληθινά.

Κι όμως, υπάρχει κάτι ακόμα πιο σκληρό από τον φόβο: η Σιωπή.

Αυτή η σιωπή που απλώνεται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους ενώ κάθονται δίπλα δίπλα. Αυτή η σιωπή που δεν φαίνεται σε κανέναν, αλλά πιάνει χώρο. Αυτή η σιωπή που λέει: “είμαι εδώ”, ενώ μέσα σου έχεις ήδη αρχίσει να μετακινείσαι.

Και τότε αναρωτιέμαι:

Μήπως το να μη μιλάω δεν την προστατεύει; Μήπως απλώς της αφαιρεί την ευκαιρία να με συναντήσει εκεί που πραγματικά θα είμαι;

Γιατί όταν κουβαλάς μόνος σου μια αλήθεια για μήνες, χρόνια, δεν είσαι πραγματικά κοντά στον άλλον. Είσαι ευγενικός. Είσαι λειτουργικός. Είσαι παρουσία στο δωμάτιο. Αλλά δεν είσαι παρών, διαθέσιμος και ίσως η μεγαλύτερη πράξη αγάπης να μην είναι πάντα να μένεις.

Ίσως μερικές φορές να είναι να λες την αλήθεια πριν η σιωπή γίνει μόνιμος συγκάτοικος.

Δεν ξέρω ακόμα τι θα πει.

Δεν ξέρω τι θα αντέξει.

Δεν ξέρω τι θα αντέξω εγώ!

Ξέρω μόνο τι φοβάμαι.

Ίσως αυτό να είναι η αρχή. Όχι η γενναία, κινηματογραφική αρχή που θα ήθελα. Όχι εκείνη όπου ξυπνάς ένα πρωί και όλα είναι ξεκάθαρα. Αλλά μια πιο ανθρώπινη αρχή.

Με φόβο. Με αγάπη. Με ενοχή. Με επιθυμία. Με εκείνη τη μικρή, επίμονη φωνή που λέει ότι η ζωή… η ΖΩΗ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΑΚΟΜΑ!

Και αν “τα πάντα ρει”, τότε ίσως δεν χρειάζεται να πείσω τον ποταμό να κινηθεί.

Ίσως χρειάζεται απλώς να σταματήσω να προσποιούμαι ότι δεν ακούω το νερό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *