Υπάρχουν άνθρωποι που μπαίνουν στη ζωή μας σαν σπίθες και υπάρχουν κι εκείνοι που γίνονται φωτιά. Το πρόβλημα με τη φωτιά δεν είναι ότι καίει. Είναι ότι, αφού τη γνωρίσεις, όλα τα υπόλοιπα μοιάζουν χλιαρά!
Τις προάλλες σκεφτόμουν πόσο περίεργα μετράμε την “ευτυχία”. Όχι σε χαμόγελα, ούτε σε ήρεμα απογεύματα, ούτε καν σε χρόνια κοινής ζωής. Κάποιες φορές τη μετράμε σε αντοχή. Σε δάκρυα. Σε νύχτες αϋπνίας. Σε εκείνη την εσωτερική διαπραγμάτευση που κάνουμε με τον εαυτό μας όταν γνωρίζουμε ότι κάτι μας πληγώνει αλλά δεν μπορούμε να το αφήσουμε πίσω.
Η ιστορία είναι απλή και παλιά όσο και ο άνθρωπος.
Ένας άνδρας συναντά μια γυναίκα που τον κάνει να νιώθει ζωντανός. Όταν τη φιλά, όλα αποκτούν νόημα. Ο χρόνος επιβραδύνεται. Ο θόρυβος του κόσμου σβήνει. Για λίγες στιγμές, βρίσκεται στον παράδεισο.
…μετά αρχίζει η υπόλοιπη σχέση.
Εκείνη αγαπά με ένταση αλλά και απομακρύνεται με την ίδια ευκολία. Από το «σ’ αγαπώ» στο «δεν θέλω να σε ξαναδώ» η απόσταση μοιάζει μικρότερη από μία ανάσα. Κάθε κύκλος επαναλαμβάνεται σχεδόν τελετουργικά. Η ένωση, η σύγκρουση, η απομάκρυνση, η επιστροφή. Ένας χορός που κανείς από τους δύο δεν φαίνεται να ελέγχει πραγματικά.
Κάπου εκεί γεννιέται ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο αυτούς τους δύο ανθρώπους. Αφορά όλους μας:
Γιατί μένουμε σε καταστάσεις που γνωρίζουμε ότι μας φθείρουν;
Η εύκολη απάντηση είναι η αγάπη. Η αληθινή απάντηση είναι συχνά πιο άβολη, η Ένταση!
Υπάρχουν σχέσεις που δεν μας προσφέρουν ηρεμία. Μας προσφέρουν ηλεκτρισμό. Δεν μας κάνουν απαραίτητα ευτυχισμένους. Μας κάνουν να αισθανόμαστε! Και πολλές φορές αυτό είναι αρκετό για να επιστρέφουμε ξανά και ξανά, ακόμη κι όταν γνωρίζουμε το τίμημα.
Γιατί η ανθρώπινη ψυχή έχει μια παράξενη αδυναμία: προτιμά τον πόνο από το κενό. Προτιμά την καταιγίδα από τη σιωπή. Προτιμά να καίγεται παρά να μην αισθάνεται τίποτα.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ιστορίας, όμως, δεν είναι η γυναίκα είναι ο άνδρας.
Είναι η Στιγμή που παραδέχεται ότι η έλξη δεν βρίσκεται σε εκείνη αλλά μέσα του. Ότι κάτι στην παρουσία της, στο σώμα της, στην ενέργειά της, αγγίζει μια περιοχή του εαυτού του που κανείς άλλος δεν αγγίζει. Ότι το μυστήριο δεν είναι ποια Είναι Εκείνη. Το μυστήριο είναι γιατί εκείνος νιώθει έτσι. Κι ίσως εκεί βρίσκεται η πιο σημαντική αποκάλυψη.
Δεν ερωτευόμαστε μόνο ανθρώπους.
Ερωτευόμαστε τον τρόπο που μας κάνουν να αισθανόμαστε για τον εαυτό μας.
Την εκδοχή μας που ξυπνά κοντά τους.
Την αίσθηση ότι η ζωή έχει άσβηστη ένταση, περισσότερο χρώμα, μεγαλύτερο βάθος.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν αξίζει να πληρώνεις έναν παράδεισο με δόσεις κόλασης. Το ερώτημα είναι αν αυτό που αποκαλείς παράδεισο είναι πράγματι παράδεισος ή απλώς η πιο έντονη αίσθηση που έχεις συναντήσει μέχρι σήμερα.
Γιατί υπάρχει μια λεπτή αλλά καθοριστική διαφορά ανάμεσα στα δύο.
Η ευτυχία σε γαληνεύει ενώ η ένταση σε καταναλώνει και περνάμε χρόνια μπερδεύοντας το ένα με το άλλο.
Ίσως τελικά ο παράδεισος να μην είναι εκείνος ο άνθρωπος που σε ανεβάζει στα σύννεφα και σε ρίχνει στα βράχια. Ίσως να είναι εκείνος που σου επιτρέπει να αναπνέεις χωρίς να φοβάσαι την επόμενη πτώση. Ίσως η πιο ώριμη μορφή αγάπης να μην είναι αυτή που σε κάνει να νιώθεις περισσότερο ζωντανός. Αλλά αυτή που σου επιτρέπει να ζεις.
