Υπήρχε μια εποχή που οι φωτογραφίες ζούσαν μέσα σε κουτιά. Τις ξεχνούσαμε σε συρτάρια, τις βρίσκαμε χρόνια αργότερα, γελούσαμε με τα ρούχα, τα χτενίσματα και τις εκφράσεις μας. Οι φωτογραφίες ήταν αναμνήσεις. Δεν απαιτούσαν τίποτα από εμάς. Απλώς υπήρχαν. Σήμερα οι φωτογραφίες δεν περιμένουν να τις ανακαλύψουμε. Μας ζητούν να τις παράγουμε. Συνεχώς.

Κάθε μέρα, εκατομμύρια άνθρωποι σηκώνουν το κινητό τους, στρέφουν τον φακό προς τον εαυτό τους και πατούν ένα κουμπί. Η selfie είναι ίσως η πιο συνηθισμένη πράξη της ψηφιακής εποχής. Τόσο συνηθισμένη που μοιάζει ασήμαντη.

Όμως, πίσω από αυτή τη μικρή χειρονομία κρύβεται ένας ολόκληρος οικονομικός, τεχνολογικός και πολιτισμικός μηχανισμός.

Η φωτογραφία ανεβαίνει στο cloud.

Το cloud αποθηκεύεται σε data centers.

Τα data centers καταναλώνουν ενέργεια.

Τα δεδομένα αναλύονται.

Οι συνήθειες χαρτογραφούνται.

Οι διαφημίσεις στοχεύονται.

Το χρήμα αλλάζει χέρια.

Κι όλα αυτά ξεκινούν από κάτι που μοιάζει αθώο: ένα πρόσωπο μπροστά σε μια οθόνη!

Η εικόνα της «ξανθιάς με το duckface» έχει γίνει σχεδόν πολιτισμικό στερεότυπο. Χρησιμοποιείται συχνά ως σύμβολο επιπολαιότητας ή ναρκισσισμού. Όμως αυτή η ανάγνωση είναι υπερβολικά εύκολη.

Η selfie δεν είναι απλώς ματαιοδοξία. Είναι μια μορφή αυτο-αφήγησης. Οι άνθρωποι πάντα αναζητούσαν τρόπους να πουν στους άλλους ποιοι είναι. Κάποτε το έκαναν με πορτρέτα, επιστολές και ημερολόγια. Σήμερα το κάνουν με εικόνες.

Ο Guy Debord έγραφε για την «Κοινωνία του Θεάματος» ότι η ζωή μετατρέπεται σε εικόνα. Ο Jean Baudrillard πήγε ακόμη πιο μακριά, υποστηρίζοντας ότι κάποια στιγμή η εικόνα παύει να αναπαριστά την πραγματικότητα και αρχίζει να την αντικαθιστά.

Ίσως να είχε δίκιο.

Για πολλούς ανθρώπους η ψηφιακή εκδοχή του εαυτού τους είναι πλέον πιο σημαντική από την πραγματική. Αλλά υπάρχει και μια ειρωνεία που συχνά περνά απαρατήρητη. Ο άνθρωπος που κοροϊδεύει τις selfie συχνά επιδιώκει ακριβώς το ίδιο πράγμα.

Ο ακαδημαϊκός που δημοσιεύει ένα άρθρο.

Ο συγγραφέας που παρουσιάζει το βιβλίο του.

Ο αναλυτής που γράφει μια πολιτική άποψη.

Ο καθένας αναζητά αναγνώριση από το δικό του κοινό.

Η διαφορά βρίσκεται στο μέσο. Όχι πάντα στο κίνητρο.


Ο βάτραχος στο χλιαρό νερό

Το επιχειρηματικό μοντέλο των ψηφιακών πλατφορμών είναι εντυπωσιακά απλό. Ξεκινά με κάτι δωρεάν. Λίγο χώρο αποθήκευσης. Μια εύκολη εφαρμογή. Μια βολική υπηρεσία. Κανείς δεν σκέφτεται το κόστος εξόδου όταν ανεβάζει την πρώτη του φωτογραφία.

Δέκα χρόνια αργότερα όμως, η κατάσταση είναι διαφορετική. Χιλιάδες φωτογραφίες. Βίντεο. Έγγραφα. Αναμνήσεις. Σχέσεις. Ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής βρίσκεται πλέον αποθηκευμένο μέσα σε μια πλατφόρμα.

Θεωρητικά μπορείς να φύγεις.

Πρακτικά δεν το κάνεις.

Όχι επειδή δεν υπάρχουν εναλλακτικές, υπάρχουν. Τοπικοί διακομιστές, ιδιωτικά cloud, λύσεις ανοικτού λογισμικού όπως το Nextcloud ή ένα Synology NAS. Η τεχνολογία είναι εκεί, είναι ώριμη, και μακροπρόθεσμα είναι φθηνότερη. Το πρόβλημα είναι ότι η αποχώρηση απαιτεί προσπάθεια κι η προσπάθεια είναι πάντα δυσκολότερη από την αδράνεια. Έτσι γεννιέται η εξάρτηση. Όχι μέσα από καταναγκασμό, αλλά μέσα από ευκολία. Το σύστημα δεν σε κρατά επειδή δεν μπορείς να φύγεις. Σε κρατά επειδή δεν βρίσκεις αρκετό λόγο να το κάνεις.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα βαθύτερο: έχεις ήδη βάλει εκεί μέσα χρόνια αναμνήσεων, εγγράφων, στιγμών. Η πιθανότητα απώλειάς τους γίνεται ο ισχυρότερος λόγος να μείνεις. Το κλασικό sunk cost: επειδή έχεις ήδη επενδύσει τόσα, δεν μπορείς να φύγεις.

Ο βάτραχος δεν βράζει από αμέλεια. Βράζει γιατί το νερό είναι ζεστό και άνετο μέχρι που δεν είναι.

Από τον χρήστη στον εργάτη

Εδώ όμως εμφανίζεται μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα μεταμόρφωση. Οι πρώτες γενιές του διαδικτύου ήταν κυρίως καταναλωτές. Διάβαζαν. Παρακολουθούσαν. Έκαναν αναζητήσεις.

Οι σημερινές γενιές “δημιουργούν, παράγουν”! Φωτογραφίες. Stories. Reels. Shorts. Podcasts. Livestreams. Δεν χρησιμοποιούν απλώς τις πλατφόρμες. Τις τροφοδοτούν.

Ο κύκλος είναι σχεδόν τέλειος: παράγεις περιεχόμενο, το ανεβάζεις, η πλατφόρμα κερδίζει από την παρουσία σου, σε ενθαρρύνει να παράγεις περισσότερο, και ο κύκλος ξεκινά ξανά. Μόνο το YouTube δέχεται περίπου 500 ώρες βίντεο ανά λεπτό. Κάθε λεπτό!

Για πρώτη φορά στην ιστορία, εκατομμύρια άνθρωποι εργάζονται καθημερινά για τεράστιες επιχειρήσεις χωρίς να αισθάνονται ότι εργάζονται. Ο χρήστης είναι ταυτόχρονα πελάτης, εργάτης και προϊόν κι ίσως αυτό να είναι το πιο ιδιοφυές επιχειρηματικό μοντέλο που δημιουργήθηκε στον 21ο αιώνα.

Το μεγαλύτερο rebranding της εποχής

Ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα των πλατφορμών να μην ήταν η τεχνολογία. Ίσως να ήταν η “φρασεολογία”. Μια λέξη:

Creator

Η λέξη ακούγεται τόσο φυσική σήμερα που δύσκολα αντιλαμβανόμαστε πόσο πρόσφατη είναι η νέα της σημασία και πόσο σκόπιμη συνάμα.

Για αιώνες ο δημιουργός ήταν κάτι ιδιαίτερο σχεδον ιερό. Ο συγγραφέας που πάλευε με ένα χειρόγραφο. Ο μουσικός που αφιέρωνε χρόνια σε μια σύνθεση. Ο σκηνοθέτης που ρίσκαρε την αποτυχία. Η δημιουργία ήταν συνδεδεμένη με κόστος, με λάθη, με χρόνο, με αμφιβολία, με πνευματική εργασία.

Σήμερα η λέξη χρησιμοποιείται διαφορετικά. Δεν περιγράφει το βάθος της διαδικασίας. Περιγράφει τη συχνότητα της παραγωγής. Δεν έχει τόση σημασία τι παράγεις. Σημασία έχει ότι παράγεις και ότι συνεχίζεις να παράγεις.

Η πλατφόρμα δεν ανταμείβει απαραίτητα την ποιότητα. Ανταμείβει τη ροή. Τη συνέπεια. Την αδιάκοπη παρουσία.

Και εδώ εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή.

Ο παραδοσιακός δημιουργός ξεκινούσε από κάτι που ήθελε να πει. Ο σύγχρονος creator συχνά ξεκινά από την ανάγκη να δημοσιεύσει κάτι. Ο πρώτος ανησυχούσε μήπως δεν έχει κάτι αρκετά σημαντικό να εκφράσει. Ο δεύτερος ανησυχεί μήπως περάσει μία μέρα χωρίς ανάρτηση.

Η διαφορά φαίνεται μικρή. Στην πραγματικότητα είναι τεράστια. Διότι μετακινεί το κέντρο βάρους από το έργο στην ορατότητα. Από το περιεχόμενο στην κυκλοφορία του. Από τη δημιουργία στην παραγωγή. Κι ίσως εδώ να βρίσκεται η μεγαλύτερη επιτυχία του συστήματος:

Ο εργάτης γνώριζε ότι εργαζόταν. Ο creator πιστεύει ότι εκφράζεται.

Ο εργάτης ζητούσε μισθό. Ο creator ζητά followers.

Ο εργάτης διαπραγματευόταν με τον εργοδότη. Ο creator διαπραγματεύεται με τον αλγόριθμο.

Η υπόσχεση της μοναδικότητας

Υπάρχει όμως μια ακόμη βαθύτερη ειρωνεία, ενσωματωμένη στην ίδια την υπόσχεση του συστήματος. Ποτέ στην ιστορία δεν υπήρξαν τόσοι πολλοί άνθρωποι που να αυτοπροσδιορίζονται ως δημιουργοί και ποτέ στην ιστορία δεν υπήρξαν τόσοι πολλοί άνθρωποι που να παράγουν τόσο παρόμοιο περιεχόμενο.

Οι ίδιες πόζες. Τα ίδια φίλτρα. Οι ίδιες τάσεις. Οι ίδιες αντιδράσεις. Οι ίδιες φράσεις. Η υπόσχεση είναι η ατομικότητα. Το αποτέλεσμα είναι συχνά η ομοιομορφία.

Το σύστημα υπόσχεται: «Εκφράσου μοναδικά.» Αλλά ο ασφαλέστερος τρόπος για να επιβραβευτείς από τον αλγόριθμο είναι συνήθως να μοιάζεις με αυτό που ήδη επιβραβεύτηκε χθες. Η αναζήτηση της μοναδικότητας καταλήγει συχνά σε μαζική αντιγραφή.

Αυτή ίσως είναι η πιο παράδοξη αντίφαση ολόκληρης της οικονομίας του περιεχομένου.

Το μέλλον της προσοχής

Η τεχνητή νοημοσύνη έρχεται να επιταχύνει όλες αυτές τις τάσεις. Το κόστος παραγωγής περιεχομένου καταρρέει. Κείμενα, εικόνες, βίντεο, μουσική, τα πάντα μπορούν να παραχθούν σχεδόν άμεσα. Ο «creator» της επόμενης γενιάς δεν θα δημιουργεί· θα κατευθύνει την αυτοματοποιημένη παραγωγή. Θα δίνει οδηγίες και θα ανεβάζει αποτέλεσμα.

Αν το 95% του σημερινού περιεχομένου δεν λέει τίποτα, το αντίστοιχο ποσοστό στην εποχή της παραγωγής από τ εχνητή νοημοσύνη θα πλησιάσει το 99%.Όταν όμως η παραγωγή παύει να είναι σπάνια, η σπανιότητα μεταφέρεται αλλού.

Στην αξιοπιστία.

Στην κρίση.

Στην προσοχή.

Ήδη βλέπουμε τα σημάδια: ανθρώπους που πληρώνουν για newsletters γραμμένα από ανθρώπους, για podcasts με βάθος, για μικρές κοινότητες με ουσιαστική συζήτηση. Η προσοχή μετακινείται από τον όγκο στην αξιόπιστη πηγή.

Το ερώτημα είναι πού οδηγεί αυτό μακροπρόθεσμα. Υπάρχουν τρία πιθανά σενάρια:

Το πρώτο: η πλήρης ομίχλη. Τόσο περιεχόμενο, τόσο αυτοματοποιημένο, τόσο διαμεσολαβημένο, που κανείς δεν ξέρει πια τι είναι αληθινό, ποιος είναι ποιος, τι παράχθηκε και τι βιώθηκε. Η επικοινωνία καταρρέει μέσα σε μια θάλασσα από τον θόρυβο των πληροφοριών. Η εμπιστοσύνη εξαφανίζεται.

Το δεύτερο: η αντίδραση. Μια γενιά που μεγάλωσε μέσα σε αυτό αρχίζει να αναζητά το αντίθετο. Λιγότερο, αλλά βαθύτερο. Πιο αργό, αλλά πιο αληθινό. Η επιστροφή στο αναλογικό δεν είναι νοσταλγία, είναι άμυνα.

Το τρίτο κι ίσως το πιο πιθανό, γιατί ήδη συμβαίνει: η διαστρωμάτωση. Δύο παράλληλοι κόσμοι που συνυπάρχουν. Μια τεράστια πλειοψηφία που κολυμπά στον θόρυβο, καταναλώνει, παράγει, κυλάει. Δίπλα της μια μειοψηφία που έχει μάθει να φιλτράρει· επιλέγει συνειδητά τι καταναλώνει, τι παράγει πού δίνει την προσοχή της.

Αυτή η διαίρεση ήδη υπάρχει και θα βαθαίνει.

Γιατί το πρόβλημα του μέλλοντος δεν θα είναι η έλλειψη περιεχομένου. Θα είναι η υπερβολική του αφθονία. Δεν θα αναζητούμε πληροφορίες, θα αναζητούμε φίλτρα. Δεν θα ψάχνουμε φωνές, θα ψάχνουμε φωνές που αξίζει να ακούσουμε. Τελικά ίσως η σημαντικότερη κοινωνική διαίρεση του 21ου αιώνα να μην είναι ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, ούτε ανάμεσα σε μορφωμένους και αμόρφωτους. Αλλά ανάμεσα σε εκείνους που ελέγχουν την προσοχή τους και σε εκείνους που την έχουν παραχωρήσει.

Η προσοχή πλέον, είναι το μοναδικό αγαθό που ξοδεύουμε κάθε μέρα χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Σ’ έναν κόσμο που ανταγωνίζεται ασταμάτητα για να την αποκτήσει, η ικανότητα να αποφασίζεις πού θα τη δώσεις ίσως αποτελέσει την πιο σημαντική μορφή ελευθερίας.

Ο βάτραχος που γνωρίζει ότι το νερό ζεσταίνεται δεν έχει ακόμη σωθεί αλλά έχει ήδη κάνει το πρώτο βήμα.

Έχει συνειδητοποιήσει πού βρίσκεται.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *