Δεν είναι όλα για να τα καταλάβεις με τα μάτια που έχεις σήμερα. Κάποια θέλουν άλλα μάτια. Πιο απλά, πιο γήινα. Μάτια ανθρώπων που έμαθαν να ζυγίζουν αλλιώς το δίκιο, το άδικο, τη ζωή και το αίμα.
Μόνο μ’ αυτά μπορείς να καταλάβεις την ανάγκη γι’ αυτό που έγινε.
Η Κρήτη είχε πάντα τους δικούς της ανθρώπους, τους δικούς της κανόνες. Δύσκολους για τους ξένους.
Σε μια στέρνα είχε γείρει η Μαριώ να ξαποστάσει. Είχε γεμίσει το πήλινο κανάτι με το νερό της ημέρας. Ο δρόμος της επιστροφής δεν ήταν μακρύς. Μια στάση δεν θα χάλαγε κανενός τα σχέδια.
Η Μαριώ
Εκεί την είδε ο Μανωλιός. Νέος, ψηλός, δυνατός. Δεν είχε ζήσει όμως πολύ τους ανθρώπους από κοντά. Ήταν τραχύς, και λιγομίλητος
«Δώσε μου να ξεδιψάσω», της είπε.
Η Μαριώ του έδωσε το κανάτι. Τα μάτια τους ανταμώθηκαν.
Ήπιε. Της το επέστρεψε. Πήρε τον δρόμο για το χωριό.
Έναν δρόμο σύντομο, που μέσα στον νου του έγινε μακρύς.
Του άρεσε η Μαριώ.
Το βράδυ είδε όνειρα που του γλύκαναν τον ύπνο.
Θα ξαναπερνούσε από τη στέρνα.
Η Μαριώ αντάμωσε κι άλλες φορές τον Μανωλιό στη στέρνα.
Μια καλημέρα στην αρχή, δυο κουβέντες ύστερα. Εκείνος ερχόταν όλο και συχνότερα. Η Μαριώ το κατάλαβε.
Ο Μανωλιός όμως είχε τη δική του ματιά. Τη δική του αλήθεια.
Το φθινόπωρο, στα μέρη εκείνα, μάζευαν ξύλα για τον χειμώνα. Αυτό έκαναν όλοι. Αυτό έκανε κι ο Μανωλιός.
Ένα πρωί κίνησε νωρίς από το σπίτι με το τσεκούρι στον ώμο. Η μάνα του τού είχε δώσει καθαρό μαντίλι να δέσει στον λαιμό. Στον κύρη του τα είχε πει από την προηγουμένη.
Σήμερα θα μιλούσε στη Μαριώ.
Το είχε αποφασίσει.
Στη στέρνα την απάντησε.
«Μαριώ, θα ’ρθω να σε ζητήσω από τον κύρη σου. Τα κανόνισα με το σπιτικό μου.»
Η Μαριώ ανασηκώθηκε.
Τότε όλες εκείνες οι καλημέρες στη στέρνα έγιναν λιθάρια ασήκωτα στους ώμους της.
Δεν ήθελε.
Ήθελε ν’ αγαπήσει. Ήθελε να κουρνιάσει με χτυποκάρδια στον καλό της. Να λαχταρά να τον δει να στρίβει στο μονοπάτι. Δεν ήθελε αυτή τη μοίρα.
«Μανωλιό, δεν είμαι για τέτοια. Δεν έχω μυαλό πέρα από τη φροντίδα των δικών μου. Έχω αδέρφια, έχω γέρους γονείς.»
Ο Μανωλιός δεν μίλησε.
Κοίταξε μόνο τον ουρανό.
Έφερε στον νου του τον κύρη του. Τη μάνα του που το πρωί τού είχε δώσει το καθαρό μαντίλι. Το σπίτι που περίμενε να γυρίσει με την κουβέντα τελειωμένη.
Αλάφιασε.
Το τσεκούρι έφυγε από τον ώμο του.
Η Μαριώ πρόλαβε να φυλάξει το κεφάλι της με τα χέρια.
Τα δάχτυλά της έπεσαν στη γη σαν ώριμα σύκα.
Ο Μανωλιός έμεινε για μια στιγμή ακίνητος.
Την κοίταξε.
Ύστερα έφυγε σαν τρελός.
Δεν πήγε να κρυφτεί.
Πήγε να παραδοθεί.
Έτσι έπρεπε.
Τη Μαριώ την πήραν να τη φροντίσουν.
Το τραύμα ήταν βαρύ. Πολύ βαρύ.
Την κράτησαν όμως στη ζωή.
Ένας δόλιος ψαράς είχε χάσει τα νιάτα του από ένα χτύπημα του καϊκιού του. Δεν γνώριζε τη Μαριώ. Δεν ήξερε τη στέρνα, τον Μανωλιό, το τσεκούρι. Ένα κομμάτι από το οστό της κεφαλής του του έδωσε στη Μαριώ ζωή
Ο νεκρός πήγε στο χώμα. Η Μαριώ έμεινε στον κόσμο. Λαβωμένη σε σώμα και ψυχή.
Ο άρχοντας
Σ’ όλα τα χωριά υπάρχει κάποιος που ξεχωρίζει.
Μπορεί γιατί ξέρει περισσότερα. Μπορεί γιατί είναι αρχοντόπουλο. Μπορεί γιατί τον φώτισε ο Θεός να ‘χει αγάπη και διάκριση. Πάντα κάποιος ξεχωρίζει.
Στο χωριό της Μαριώς ξεχώριζε ο Βασίλης.
Ήταν αυτός που όλοι ήθελαν να κεράσουν στον καφενέ. Η πόρτα του δεν ήταν ποτέ κλειστή. Στο τραπέζι του τα πιάτα ήταν πάντα περίσσια, μήπως ξεστρατίσει άνθρωπος στο κατώφλι του.
Είχε το χέρι μέσα στην τσέπη, έτοιμο να βοηθήσει όποιον του ζητούσε.
Η γυναίκα του γκρίνιαζε.
«Για να φτάσει άνθρωπος μέχρι την πόρτα μας, τα ζόρια τον οδήγησαν. Εσύ θα βγάλεις πάλι ό,τι έχεις και θα του το δώσεις όλο.»
Ο Βασίλης γελούσε.
«Εμείς είμαστε καλά. Δουλεύουμε το βιος μας. Έχει ο Θεός για μας και μας δίνει.»
Έτσι ήταν ο Βασίλης. Άρχοντας!
Εκείνες τις μέρες χτύπησαν την πόρτα του τ’ αδέρφια της Μαριώς.
Δεν ήρθαν για λεφτά.
«Βασίλη, θα γίνει φονικό. Βρες τον τρόπο να τον παντρέψεις με την αδερφή μας.»
Ο Βασίλης σάστισε.
Τους κοίταξε έναν έναν.
«Ποιον να παντρέψω;»
«Τον Μανωλιό.»
«Με ποια;»
«Με τη Μαριώ.»
Ο Βασίλης πετάχτηκε όρθιος.
«Πώς θα πάρει τον φονιά της; Πώς θα τον αγκαλιάσει το βράδυ; Κουζουλοί είστε;»
Τ’ αδέρφια της Μαριώς δεν έπαιρναν κουβέντα πίσω.
«Φονικό θα γίνει αν δεν τον παντρευτεί. Μέσα στη φυλακή, κανόνισέ το. Δυο οικογένειες θα χαλάσουν τις ζωές τους.»
Ο Βασίλης σώπασε.
Τώρα καταλάβαινε γιατί είχαν έρθει σ’ αυτόν.
Ποιος θα ’παιρνε τώρα τη Μαριώ, χαρακωμένη και με τέτοια ιστορία πίσω της; Ποιος θα την έπαιρνε χωρίς να ποθεί τα χάδια της; Να αρκείται σε μια αγκαλιά;
Με τη ζωή θα αγκαλιάσει η Μαριώ.
Από την άλλη, ήταν το αίμα.
Τ’ αδέρφια της δεν θα το άφηναν. Σήμερα ήταν θυμός. Αύριο θα γινόταν Χρέος. Κάποιος θα περίμενε τον Μανωλιό όταν θα ’βγαινε από τη φυλακή. Ύστερα κάποιος από τους δικούς του θα γύρευε το δικό του αίμα.
Ένας για έναν.
Ύστερα άλλος ένας.
Δυο σπίτια θα μαυροφορούσαν για χρόνια, μέχρι να ξεχάσουν όλοι ποιος είχε σηκώσει πρώτος το χέρι στη στέρνα.
Ο Βασίλης το ’βλεπε από δω. Το ’βλεπε κι από κει. Δύσκολο.
Τόσο δύσκολο, μα συνάμα τόσο λογικό.
«Βασίλη, μόνο εσύ μπορείς να το κάνεις, ούλοι σε σέβονται, θα σ’ ακούσουν», του είπαν τ’ αδέρφια της.
Ο Βασίλης σηκώθηκε.
«Πρώτα θα ρωτήσω τη Μαριώ.»
Κίνησε να τη βρει.
Δεν της μίλησε για το χωριό. Δεν της μίλησε για τα δάχτυλα. Δεν της είπε τι έπρεπε να κάνει.
Μόνο τη ρώτησε.
«Θα τον επάρεις Μαριώ;»
Η Μαριώ έμεινε για λίγο σιωπηλή.
«Ναι. Η τύχη μου ήταν αυτή. Θα τον επάρω. Να κλείσει το κακό. Να κλείσω κι εγώ.»
Ο Βασίλης την κοίταξε.
Ήθελε να είναι σίγουρος.
Η Μαριώ του το ξανάπε.
«Ναι. Θα τον επάρω.»
Ο Γάμος
Στη φυλακή έγινε ο γάμος. Μια χούφτα άνθρωποι όλοι κι όλοι. Η Μαριώ, ο Μανωλιός, ο Βασίλης, τ’ αδέρφια της.
Παραπέρα η μάνα κι ο κύρης της έσβηναν μέσα στον καημό τους, το όνειρο που είχαν χρόνια. Να δουν τη Μαριώ νύφη. Να γίνει γάμος και γιορτή. Να γεμίσει το σπίτι κόσμο, μουσικές και ευχές.
Δεν έγινε τίποτα απ’ αυτά.
Η Μαριώ παντρεύτηκε τον Μανωλιό μέσα στη φυλακή.
Έτσι έκλεισε το κακό.
Πέρασαν τα χρόνια.
Όποτε απαντούσε τη Μαριώ στον δρόμο του, ο Βασίλης τη ρωτούσε αυτό που πάντα τον βάραίνε:
«Περνάς καλά, Μαριώ;»
«Καλά είμαι.»
Η Μαριώ συνέχιζε τη στράτα της.
Το ίδιο γινόταν κάθε φορά.
«Περνάς καλά, Μαριώ;»
«Καλά είμαι.»
Ο Βασίλης δεν τη ρώτησε ποτέ τίποτε περισσότερο.
Ούτε η Μαριώ του είπε.
Με τον Μανωλιό έκανε τρία κοπέλια. Τα μεγάλωσε. Μεγάλωσε μαζί τους. Πέρασε μια σωστή ζωή, όπως άρμοζε σε μια κυρά στην Κρήτη.
Ηρθε ο καιρός κι έφυγε ο Βασίλης απ’ τη ζωή σαν άρχοτνας, όπως την έζησε. Η τελευταία απάντηση που είχε πάρει από τη Μαριώ ήταν η ίδια που άκουγε τόσα χρόνια.
«Καλά είμαι.»
