(Γράφει κάποιος που έγινε χειμερινός κολυμβητής χωρίς να το καταλάβει)
Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή σου που συνειδητοποιείς πως, αν θέλεις να δεις κάτι διαφορετικό στον καθρέφτη σου, πρέπει να κάνεις κάτι διαφορετικό. Δεν ήταν κάποια μεγάλη φιλοσοφική απόφαση. Μετά από κάποια προβλήματα υγείας που ξεπεράστηκαν γρήγορα και την ανάγκη να σπάσει η μονοτονία της καθημερινότητας, ξεκίνησα το καλοκαίρι να πηγαίνω κάθε πρωί για μια μικρή βουτιά. Ξεκίνησα με 10 λεπτά κολύμβηση. Στην αρχή, κάθε λεπτό φαινόταν αιώνας. Σιγά σιγά, όμως, τα 20 λεπτά έγιναν εύκολα. Κάπως έτσι άρχισε αυτή η παράξενη ιστορία.
Η ιστορία του χειμερινού κολυμβητή.
Ο χειμερινός κολυμβητής δεν γεννιέται – γίνεται.
Ήταν Νοέμβριος όταν μπήκε το μεγάλο στοίχημα. Οι γύρω μου άρχισαν να ανησυχούν. «Να πάρεις στολή, θα παγώσεις!» έλεγαν. «Δεν κάνει για σένα αυτό, ο χειμώνας δεν αστειεύεται!» συνέχιζαν. Καλοπροαίρετες συμβουλές από ανθρώπους που δεν είχαν βουτήξει ποτέ χειμώνα στη ζωή τους. Έκανα το μόνο λογικό πράγμα: δεν τους άκουσα.
Και τότε άρχισα να ανακαλύπτω κάτι εντελώς καινούργιο.
Το κρύο είναι ένας παράξενος σύμμαχος.
Όταν όλοι τυλίγονται με κασκόλ και γάντια, εσύ μπαίνεις στη θάλασσα με το μαγιό σου. Η πρώτη αίσθηση είναι πάντα η ίδια: το σώμα σου αντιδρά, οι μύες σου σφίγγουν, η καρδιά σου χτυπά δυνατά. Και μετά… ηρεμία. Το σώμα προσαρμόζεται, το κρύο γίνεται φιλικό. Το κυκλοφορικό σου παίρνει τα πάνω του, το αίμα κυλάει πιο γρήγορα, και για κάποιον ανεξήγητο λόγο δεν κρυώνεις πια, ούτε έξω από το νερό.
Τα δάχτυλά σου δεν γίνονται πια μωβ, το δέρμα σου φαίνεται πιο υγιές, και – το πιο περίεργο – το σώμα σου αλλάζει. Εκεί που ήσουν ένα «στρογγυλό» πλάσμα, ξαφνικά βλέπεις ένα ανθρώπινο περίγραμμα. Μια νέα, δυνατή εκδοχή σου που κοιτάζει το κρύο και γελάει.
Η μοναξιά της χειμερινής θάλασσας.
Τώρα που μιλάμε, οι παραλίες είναι άδειες. Δεν υπάρχουν ομπρέλες, ψάθες, και φωνές. Είσαι μόνος σου, εσύ και η θάλασσα. Είναι μια παράξενη ησυχία, σχεδόν μυσταγωγική. Δεν σε ενοχλεί κανείς, δεν σε κοιτάζει κανείς. Η θάλασσα το χειμώνα δεν είναι τουριστική ατραξιόν – είναι ένας κόσμος δικός σου.
Και κάθε φορά που μπαίνω και βγαίνω από το νερό, νιώθω κάτι που δύσκολα εξηγείται. Νιώθω ζωντανός.
Χειμερινός κολυμβητής: μια ιδιότητα που σε βρίσκει χωρίς να το καταλάβεις.
Δεν ξέρω αν έγινα καλύτερος άνθρωπος. Ξέρω, όμως, ότι έγινα πιο δυνατός, πιο ανθεκτικός. Άλλαξε η καθημερινότητά μου, άλλαξε το σώμα μου, άλλαξε η σχέση μου με τον εαυτό μου. Και όλα αυτά ξεκίνησαν από μια απλή βουτιά.
Αν με ρωτάς, δεν χρειάζεται να γίνεις κι εσύ χειμερινός κολυμβητής. Αλλά αν ποτέ το δοκιμάσεις, μην πεις ότι δεν σε προειδοποίησα: δεν θα είναι εύκολο στην αρχή. Μετά, όμως, θα καταλάβεις γιατί οι παραλίες του χειμώνα δεν έχουν ομπρέλες, αλλά μυστικά.
