Προσπαθώ να θυμηθώ, μα χίμηξαν τα χρόνια πάνω μου, καλή μου. Με λάβωσαν, με τσακίσανε, κι έμεινα αβοήθητος στα ερείπια των ονείρων μου. Σ’ έχασα ή μήπως σ’ έσβησα για να σωθώ από τη μνήμη σου; Δεν ξέρω. Ξέχασα.

Ψάχνω. Ψάχνω ανάμεσα στις σκιές για εκείνα τα χείλη που δέσποζαν στον γωνιώδη καθρέφτη του προσώπου σου. Τη θωριά σου, επιβλητική, άηχη. Ψηλή, πανύψηλη, μια γυναίκα από ύλη άλλου κόσμου, με πόδια που πατούσαν στη γη και βλέμμα που κοιτούσε αλλού. Και πάλι, τα χείλη σου. Σαν σφραγίδα πάνω στον χρόνο.

Φορούσα στολή, φυλακισμένος σ’ έναν εσωτερικό κανονισμό μιας ανόητης συνήθειας. Εσύ, φευγάτη, σαν όραμα, βρεθήκαμε στις ίδιες ράγες. Ήσουν απέναντι κι όμως παράλληλη. Όπως πάντα.

Θυμάμαι την εικόνα σου στο γνέψιμό σου «Και τώρα, τι;» Ένα απλό ερώτημα που αντηχεί ακόμη μέσα μου σαν ψίθυρος σε ερειπωμένο ναό.

Γεννήθηκε κάτι. Σιωπηλό, αόρατο σχεδόν κάτω από τον κομήτη. Για μήνες τον παρατηρούσαμε, εκείνο το φωτεινό σημάδι στον ουρανό, σαν φανάρι αυτοκινήτου να διαπερνά τα σκοτάδια του κόσμου μας. Ήταν ο μόνος που φώτιζε τις λέξεις μας και διαπότιζε τις νύχτες μας με νόημα. Τα λόγια μας κουβαλιόντουσαν μέσα από τα σύρματα, ψιθυριστά, σαν να φοβόντουσαν μην ξυπνήσουν το άχρονο αυτό φως.

Ήμουν σκαστός — άβγαλτος. Κι εσύ γυναίκα, σ’ ένα δωμάτιο μεσοπέλαγα, χαμένη μα παρούσα. Εκεί, αγγίξαμε την αλήθεια μας. Και τι είναι η αλήθεια; Ίσως ένα δευτερόλεπτο όπου δεν φοβήθηκες να είσαι εσύ και δεν ντράπηκα να είμαι εγώ. Ένα φως, όπως του κομήτη, που υπάρχει μόνο για λίγο και μετά χάνεται αφήνοντας πίσω του σκοτάδι βαθύτερο από πριν.

Ολομόναχη στον γάμο σου, αναζητούσες επούλωση. Μέσα σ’ έναν γκρίζο κόσμο έψαχνες χρώματα. Σου άξιζε — σου αξίζει — περισσότερο απ’ ό,τι είχα μέσα μου. Ήμουν λίγος. Ένα κομμάτι πέτρας που παρίστανε τον άνθρωπο.

Οι νύχτες πέρασαν ανόητα. Οι μέρες έγιναν άκαμπτες, απρόσωπες. Κι εσύ, σαν σταγόνα καθαρού νερού μέσα σε λασπωμένο ποτήρι, ήσουν εκεί. Αηδίασες στην θέα τους μα δεν έφυγες. Δεν με άφησες. Σε ντράπηκα.

Ήθελα να σου το πω. Κάθε κύτταρό μου το ήξερε. Το ‘νιωθα, το κραύγαζαν οι σιωπές μου, το έγραφαν οι κινήσεις μου. Κι όμως, δεν το ξεστόμισα. Ντράπηκα ξανά. Μια λέξη είναι, αλλά ποιος τολμά να την προφέρει; Είναι σαν να προσκαλείς θεούς και τέρατα στην ίδια πρόταση.

Με τα γκρίζα μου μαλλιά ήρθαν και οι δαίμονες. Όχι οι τερατόμορφοι, αλλά οι άλλοι, αυτοί που δεν πολέμησα όταν έπρεπε. Έρχονται τώρα με τα κιτάπια τους και ζητούν πληρωμή. Όχι χρήματα, ανάμνηση ζητούν κι η φύση, σοφή όπως πάντα, μου στέρησε αυτήν που πονάει πιο πολύ. Την ανάμνησή μου.

Να ’σαι καλά, κόρη του Δία και της Λήδας. Πέταξες σαν κύκνος στον ουρανό μου και δεν το έμαθες ποτέ πως σ’ αγαπώ. Σε επισκέπτομαι σιωπηλά, πίσω από τις λέξεις που ποτέ δεν ειπώθηκαν. Είμαι ο φρουρός ενός κόσμου που δεν υπήρξε, μα τον κουβαλώ σαν κατάρα ή μήπως σαν λύτρωση…

Ο κομήτης έφυγε. Μόνο μια φορά στην ζωή, αν έχεις την τύχη, σε λούζει το Φως του. Αλλά εγώ, ακόμα και τώρα, στα τυφλά ψάχνω τη ράγα εκείνη. Εκεί που βρεθήκαμε. Εκεί που άγγιξα το άπειρο για μια στιγμή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *