Η νύχτα ήταν βαριά, φορτωμένη με τον αόρατο ηλεκτρισμό που συνοδεύει τις περίεργες συμπτώσεις. Τα φώτα των δρόμων έριχναν ένα θαμπό πορτοκαλί φως στις υγρές πλάκες του πεζοδρομίου, και η ατμόσφαιρα είχε κάτι το παλιομοδίτικο, λες και η πόλη δεν είχε αλλάξει από τη δεκαετία του ’50. Αναζητούσα κάτι, ένα κέρασμα για σύντροφό μου που θα παρευρισκόταν σε μια εκδήλωση και λόγω των πρόσφατων γενεθλίων της δεν θα ήταν κομψό να παραβρεθεί με άδεια χέρια.
Σαν να με οδηγούσε ένα αόρατο χέρι, βρέθηκα μπροστά σε ένα ζαχαροπλαστείο με το όνομα Serano.
Η ταμπέλα ήταν λιτή, αλλά το φως από το εσωτερικό του καταστήματος έριχνε μια αμυδρή, ζεστή λάμψη στο πεζοδρόμιο. Δίχως δεύτερη σκέψη, μπήκα μέσα.
Ο αέρας ήταν βαρύς από τη γλυκιά ευωδιά της σοκολάτας, του φρέσκου βουτύρου, της βανίλιας. Η μυρωδιά αυτή ήταν πιο αρχέγονη και από την ίδια την ανάμνηση της γεύσης—ένας αρωματικός ψίθυρος μιας εποχής που δεν έζησα, αλλά που μου φαινόταν περίεργα οικεία.
Μια γυναίκα στεκόταν πίσω από τον πάγκο, με μάτια που έκρυβαν μια μυστική γνώση, σαν να κατείχε έναν θησαυρό παλιών ιστοριών.
— «Τι θα θέλατε;» με ρώτησε.
— «Ψάχνω ένα κέρασμα. Κάτι λιτό και σοκολατένιο».
Εκείνη έσκυψε πάνω από τις γυάλινες προθήκες, ενώ τα δάχτυλά μου χάιδεψαν ασυναίσθητα το ξύλινο πλαίσιο του πάγκου. Το βλέμμα μου έπεσε σε ένα γλυκό διαφορετικό από τα άλλα. Μια ημισφαιρική πάστα, καλυμμένη με σοκολάτα, που έλαμπε απατηλά κάτω από τα φώτα του καταστήματος. Ήταν σαν κάτι βγαλμένο από άλλη εποχή—ένα γλυκό που θα μπορούσε να κοσμεί το τραπέζι ενός καμπαρέ στο Βερολίνο του ’30 ή ενός καπνισμένου μπαρ στην Αθήνα του ’50.
— «Αυτό…» ψιθύρισα σχεδόν υπνωτισμένος.
Η γυναίκα χαμογέλασε με τρόπο που πρόδιδε περηφάνια.
— «Η πάστα Σεράνο», είπε. «Ξέρετε την ιστορία της;»
Έγνεψα αρνητικά, και τότε εκείνη άρχισε να μιλάει.
Μου μίλησε για τον πατέρα της, τον Τρύφωνα Πανταζόπουλο, τον ζαχαροπλάστη που δημιούργησε αυτή την πάστα όταν ακόμα διατηρούσε το περίφημο Select στη Φωκίωνος Νέγρη. Και μου μίλησε για εκείνη.
Τη Ροζίτα Σεράνο.

Την τραγουδίστρια από τη Χιλή που μάγεψε την Ευρώπη. Τη γυναίκα που είχε τη φωνή ενός αηδονιού και τη γοητεία μιας μοιραίας ηρωίδας. Στο Βερολίνο, πριν ο πόλεμος τα σαρώσει όλα, τραγουδούσε μπροστά σε γεμάτες αίθουσες, και η φωνή της έσταζε μέλι και δηλητήριο μαζί. Ήταν η αγαπημένη του Γκέμπελς, λέγανε. Ήταν κατασκόπος, ψιθύριζαν άλλοι. Δραπέτευσε στη Σουηδία και χρησιμοποίησε τα έσοδα από μια συναυλία για να βοηθήσει Εβραίους πρόσφυγες—ή ίσως αυτό ήταν μόνο ένας μύθος που έπλασε η ίδια για να σβήσει τα ίχνη της.
Όταν ο πόλεμος τελείωσε, η φωνή της ακόμα αντηχούσε στο κατοχικό ραδιόφωνο της Αθήνας. Ήρθε εδώ. Γνώρισε τη Σοφία Βέμπο. Τραγούδησε μαζί της. Έγινε κομμάτι αυτής της πόλης, ένα βράδυ μάλιστα, μετά από ένα πάρτι στο Καστρί, το ανοιχτό της Chevrolet καρφώθηκε σε ένα λεωφορείο, μέσα στη νύχτα, μέσα στη μέθη, μέσα στο σκάνδαλο.
Ο κόσμος ξέχασε τη Σεράνο. Αλλά η πάστα έμεινε.
Ο δημιουργός της δεν διάλεξε τυχαία την όψη της. Η μους σοκολάτας και η κρέμα της, σε ένα ανοιχτόχρωμο μπεζ, είχαν το χρώμα του δέρματός της—εκείνο το ακαθόριστο, γλυκό, χρυσαφένιο χρώμα μιας γυναίκας που είχε γεννηθεί μιγάδα, κόρη ενός Χιλιανού διπλωμάτη και μιας τραγουδίστριας της όπερας. Ήταν σαν η πάστα να κουβαλούσε πάνω της την ίδια την παρουσία της, σαν να είχε κλειστεί μέσα της ένα ίχνος από την ομορφιά της, σαν η μνήμη της να είχε αποκρυσταλλωθεί μέσα σε γλυκές στρώσεις και σοκολατένιες επενδύσεις.
Στεκόμουν ακίνητος, χαμένος ανάμεσα στην ιστορία και τη γεύση που περίμενε στο μικρό αυτό κομμάτι σοκολάτας μπροστά μου. Δεν μπορούσα να μην αναρωτηθώ αν αυτό το γλυκό είχε κάποια παράξενη δύναμη—αν κάθε μπουκιά ξυπνούσε κάτι από την παλιά της αίγλη, αν έκλεινε μέσα της τις νότες μιας χαμένης εποχής.
— «Θα την πάρω», είπα τελικά.
— «Θα σας αρέσει», μου είπε η γυναίκα. Και για μια στιγμή, στα μάτια της, πίστεψα πως είδα μια σκιά της Σεράνο, σαν φευγαλέο αντικατοπτρισμό.
Βγήκα στο δρόμο. Η νύχτα είχε αποκτήσει μια παράξενη, βελούδινη ποιότητα, σαν παλιός δίσκος που παίζει σε ένα ξεχασμένο γραμμόφωνο. Κρατούσα στα χέρια μου το κουτί με τα κεράσματα για τη σύντροφό μου αλλά η πάστα Σεράνο…
Αυτή προοριζόταν για μένα.
Καθώς περπατούσα στους σκοτεινούς δρόμους της πόλης, αναρωτιόμουν αν το όνομά της ψιθυριζόταν ακόμα στις παλιές μουσικές της νύχτας, αν κάποιος άκουγε τη φωνή της σε ένα τραγούδι που δεν είχε τελειώσει ποτέ.
