Η Άλλη Γυναίκα

Δεν ήξερα τι με ξύπνησε πρώτο εκείνο το βράδυ — το τρίξιμο της ξύλινης πόρτας, το φεγγάρι που μπήκε κλέφτικα από το παραθύρι ή το βήμα του άντρα μου, του Πάνου, που δε με κοίταξε ούτε μια φορά. Μπήκε σιωπηλός. Πίσω του, εκείνη.

Ήταν δεν ήταν δεκαοχτώ χρονών. Με το πρόσωπο κάτω, κρατούσε μια πάνινη σακούλα. Τίποτα άλλο. Μια ψυχή και λίγα ρούχα. Την είχα δει μια φορά, στο πανηγύρι του Αγίου Πέτρου. Χόρευε κρατώντας το μαντήλι σαν να το ‘χε δανεικό.

Η μάνα μου δεν είπε λέξη. Η πεθερά μου είχε πεθάνει από χρόνια και οι άλλες γυναίκες του χωριού δεν θα ‘παιρναν το μέρος μου — όλες ήξεραν ότι το πρώτο μου παιδί ήταν κορίτσι, και το δεύτερο, και το τρίτο. Η Στάσα, η μεσαία, είχε μαλλιά σαν της γιαγιάς μου. Κι η μικρή, η Κατερίνα, όλο γελούσε. Τρεις κόρες. Ούτε ένα ντουφέκι κι η Μάνη τ´ έχει ανάγκη.

Ο Πάνος δεν σήκωσε φωνή ποτέ. Όταν είπα «θέλω να ξέρω από πού την έφερες», γύρισε την πλάτη. Μετά είπε μόνο μία φράση, σα να ‘λεγε τον καιρό: – Τα κανονίσαμε. Ο Νικολάκης θα πάρει τη μεγάλη της αδελφή.

Κι έτσι ήρθε. Η «άλλη». Δεν είχε όνομα στην αρχή. Την φώναζα «κορίτσι», μέχρι που την είπα με το όνομά της — Αργυρώ — τη μέρα που έπεσε να λιποθυμήσει από την πείνα. Της έδωσα ένα κομμάτι ξεροπαξιμάδι κι εκείνη είπε «ευχαριστώ, κυρά». Κυρά… κι ας με έσβηνε από μέσα προς τα έξω.

Μέσα στο σπίτι, εγώ ήμουν ακόμα η οικοδέσποινα. Έβγαινα πρώτη, κερνούσα, μιλούσα στους μουσαφίρηδες. Αυτή κρυβόταν. Όμως τη νύχτα… τη νύχτα άκουγα τα σανίδια να τρίζουν, τα πατήματα, τα μικρά αναστενάγματα.

Και τότε, μια μέρα του χειμώνα, άκουσα τον Πάνο να φωνάζει απ’ το κατώι. “Αγόρι!!” φώναζε, “Αγορίνα μας ήρθες!”. Κατέβηκα σιωπηλή. Το αίμα της ακόμα ζεστό, τα μάτια της μισόκλειστα. Το πρώτο αρσενικό.

Έβαλα το χέρι μου πάνω στο βρεφικό του μέτωπο. Ούτε δάκρυ, ούτε ψίθυρος. Μόνο μια περίεργη σιγή, σαν να πάγωσε όλο το χωριό. Εκείνο το βράδυ, άκουσα τη μικρή Κατερίνα να λέει στις αδελφές της: – Τώρα έχουμε και αδελφό; – Όχι δικό μας, είπε η μεγάλη. Του μπαμπά.

Την άλλη μέρα, πήγα στην εκκλησία με την Αργυρώ. Μαζί. Εγώ βάφτισα το παιδί. Ο Πάνος το ήθελε Γιάννη — εγώ διάλεξα το όνομα του πατέρα μου, Ηλία. Κι έτσι γράφτηκε. Ηλίας. Δικός μας!

Μέρες περνούσαν κι εγώ τον έπαιρνα στα χέρια. Τον νανούριζα με τα ίδια λόγια που είχα πει και στις τρεις κόρες μου. Ίσως και πιο τρυφερά. Κι η Αργυρώ… μου το ’πε ένα βράδυ. – Αν δεν ήσασταν εσείς, κυρά, θα με ’χαν πετάξει σαν σκυλί.

Πέρασαν τα χρόνια. Οι κόρες μου παντρεύτηκαν, έφυγαν, κι εγώ έμεινα με τον Ηλία. Η Αργυρώ πέθανε νωρίς. Ο Πάνος έσβησε ήσυχα ένα καλοκαίρι. Ο Ηλίας έμοιαζε με εμένα. Ίδιο βλέμμα. Ίδια σιωπή.

Σήμερα, γριά πια, στέκομαι στο κατώφλι και τον βλέπω να ανεβαίνει το βουνό με το όπλο στην πλάτη. Είναι καλός άνθρωπος. Και δίκαιος. Κι όταν ρωτάνε, λέει: – Με μεγάλωσαν δύο γυναίκες. Και τις δύο τις λέω “μάνα”.

Η Δεύτερη Πόρτα

Τη νύχτα που με πήραν, δεν έβρεχε. Κι αυτό το θυμάμαι καλά. Ο πατέρας μου είχε πει: «Μην κλάψεις. Είναι τύχη σου. Και για σένα και για την οικογένεια». Τύχη. Μου την τύλιξαν σε μια μπλε μαντήλα μαζί με λίγες πεντάρες κι ένα κομμάτι τυρί.

Ο Πάνος δεν μου μίλησε πολύ στον δρόμο. Προχώραγε μπροστά. Ψηλός, βαρύς, με βήμα που δεν κοίταζε πίσω. Εγώ ακολουθούσα, σαν μουγκό πρόβατο σε γάμο που δεν έχει ιερέα.

Η πρώτη γυναίκα του στεκόταν στο κατώφλι. Λένε πως τα φίδια δεν δαγκώνουν το πρώτο βράδυ. Μα τα μάτια της… δεν χρειάστηκαν λόγια. Με μέτρησε. Από το κεφάλι ως τα νύχια. Μ’ άφησε να μπω. Δεν με έδιωξε. Εκεί κατάλαβα τι θα πει Μανιάτισσα.

Δεν είχα δωμάτιο. Μια γωνιά στην αποθήκη με τις ελιές. Μου ‘δωσε μια παλιά μπατανία και μια στάμνα. Η σιωπή στο σπίτι ήταν βαρύτερη κι από πέτρα του Ταΰγετου. Όλα ήσυχα, εκτός από τα μάτια των κοριτσιών. Εκείνα δεν ήξεραν αν πρέπει να με μισούν ή να με λυπούνται.

Τις νύχτες δεν με φώναζε. Ερχόταν απλώς. Σαν άνεμος. Δεν ρωτούσε αν πονάω, αν κρυώνω, αν φοβάμαι. Το καθήκον του έκανε. Το καθήκον μου έκανα.

Και μια μέρα… αίμα. Πόνος, φως, ανάσα. «Είναι αγόρι», μου είπαν. Μα η πρώτη που τον κράτησε στην αγκαλιά της ήταν εκείνη. Η κυρά. Τον έπλυνε, τον σκούπισε, του φίλησε το μέτωπο.

– Είσαι του σπιτιού μας τώρα, του ´πε και γύρισε σε μένα. Δεν με φώναξε ποτέ “σύντεκνη” ή “αδελφή”. Μα ούτε και με έβρισε. Μου ‘δωσε ρούχα. Μου ‘δωσε ένα πιάτο ζεστό φαγητό. Όχι κάθε μέρα — αλλά μου τα έδωσε.

Ο μικρός μ’ έλεγε “μάνα” και εκείνη “μανούλα”. Εγώ τον έμαθα να δένει τα κορδόνια του. Εκείνη τον έμαθε να προσεύχεται.

Ποτέ δεν τον ξεχώρισε. Ούτε εκείνες. Τον πήραν σαν δικό τους, λες και το αίμα μου κύλησε σε όλους. Μια φορά, η μεσαία κόρη της — η Στάσα — μου ‘φερε ένα τσαμπί σταφύλι. – Μας λείπει που δεν έχεις φωνή, μου είπε. Γιατί ήμουν πάντα ήσυχη. Δεν έλεγα πολλά. Τα λόγια δεν με σώζανε ποτέ.

Μια φορά, τη βρήκα να κλαίει στην αυλή, φονικό, το προξενιό της, η ελπίδα της. Η κυρά μου έγνεψε να μην την πλησιάσω. Μα πήγα. – Γιατί ήρθες; ρώτησε. – Δεν ήρθα, της είπα. Με φέρανε. Κι έγειρε το κεφάλι στον ώμο μου. Εκείνη τη μέρα, κατάλαβα πως είχαμε και οι δυο χάσει. Εκείνη τον άντρα της. Κι εγώ… τον εαυτό μου.

Μα ο Ηλίας μεγάλωνε. Και είχε δύο μανάδες. Μία με φωνή. Και μία με σιωπή.

Τώρα που είμαι άρρωστη, πια, κάθομαι στο κατώφλι. Στο ίδιο κατώφλι απ’ όπου μπήκα. Και με κοιτάζει η κόρη του Ηλία. Ένα κορίτσι, ευτυχώς. Που θα παντρευτεί απ’ αγάπη και όχι για να γεννήσει αρσενικά.

Κι όταν πεθάνω, ξέρω ποια θα κλάψει πάνω απ’ τον τάφο μου: όχι η τύχη μου. Η κυρά μου.

Το Σπίτι με τις Δύο Μανάδες

Όταν ήμουν παιδί, νόμιζα πως όλα τα σπίτια έχουν δυο μανάδες. Μία που σού φωνάζει να πλύνεις τα χέρια σου και μία που σού τα σκουπίζει. Μία που σε μαλώνει για το λασπωμένο παντελόνι και μία που στο ράβει κρυφά το βράδυ. Δεν καταλάβαινα τότε. Μόνο αγαπούσα.

Η κυρά – έτσι την έλεγαν όλοι – ήταν ψηλή, σοβαρή, αυστηρή. Δεν μου χαρίστηκε ποτέ. Ό,τι μου ‘δινε, έπρεπε να το κερδίσω. Ακόμα και το χαμόγελό της. Μα όταν με κοίταζε, ένιωθα πως με φύλαγε από τον κόσμο όλο. Είχε μάτια που έβλεπαν πίσω από τις λέξεις.

Η άλλη – η Αργυρώ – ήταν βουβή, σαν σύννεφο. Με άγγιζε μόνο με τα χέρια, με χάιδευε χωρίς λέξεις. Κι όμως, ό,τι ήξερα για την τρυφερότητα το έμαθα απ’ αυτή. Είχε έναν τρόπο να με κοιτά που νόμιζα πως κρατούσε την ανάσα της για να μη μ’ ενοχλήσει.

Κατάλαβα αργά. Ίσως στην πρώτη γιορτή μου, όταν φίλησα το χέρι της κυράς κι εκείνη είπε: – Πες και στην άλλη σου μάνα “χρόνια πολλά”. Και τότε μόνο είδα τα μάτια της Αργυρώς να γεμίζουν νερό. Όχι δάκρυ. Κάτι άλλο. Σαν θάλασσα που περίμενε χρόνια να τη δεις.

Ο κόσμος έξω ψιθύριζε. Παιδιά, γυναίκες, άντρες. Άλλοι τη λέγανε “σύγκρια”, άλλοι “δουλικό”, κάποιοι “ψυχοκόρη”. Κανείς δεν τόλμησε να τη φωνάξει “μάνα”. Μόνο εγώ.

Όταν πήγαινα για ύπνο, έβρισκα το προσκέφαλό μου ισιωμένο απ’ τα χέρια της. Όταν αρρώσταινα, εκείνη καθόταν όλη νύχτα ξάγρυπνη. Δεν τη ρώτησα ποτέ πώς ήρθε στο σπίτι μας. Το κατάλαβα μόνος μου. Και δεν τη ρώτησα ποτέ γιατί έμεινε.

Όταν μεγάλωσα και έφυγα για τα καράβια, μου ‘δωσε ένα πουγκί με θυμάρι και μια μικρή εικόνα της Παναγίας. – Η Παναγία είχε ένα παιδί, είπε. Εσύ έχεις δυο μανάδες. Μη ξεχάσεις καμία.

Κι έτσι δεν ξέχασα.

Όταν πέθανε η κυρά, έκλαψα. Μα όταν πέθανε η Αργυρώ, έκλαψα αλλιώς. Έκλαψα όπως όταν κόβουν ένα δέντρο κι ακούς τον κορμό να βογγάει.

Τις έθαψα κοντά, στο παλιό μας χωράφι. Χώμα με χώμα. Μία δεξιά, μία αριστερά. Κι εγώ στη μέση. Έτσι όπως έζησα. Ανάμεσά τους.

Και κάθε που φυσάει ο βοριάς, το σπίτι τρίζει. Λες και θυμάται κι αυτό.

Δυο γυναίκες. Δυο μανάδες. Δυο κόσμους. Και ένας γιος, που έμαθε τι θα πει αγάπη όχι επειδή του την είπαν. Αλλά επειδή του την έδειξαν.

Πόρτες 

Το παλιό σπίτι έχει ακόμα δυο πόρτες. Η μια δεν κλείνει καλά. Τρίζει με τον αέρα. Λες και φωνάζει το όνομα της άλλης.

Και το χώμα, όταν το σκάβεις βαθιά, μυρίζει αναμνήσεις γεμάτες από μουγκή αποδοχή κι άδολη αγάπη.

Μια σκέψη στο “Σύγκρια”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *