Ο έρωτας δεν εκδηλώνεται με την επιθυμία να κάνεις έρωτα (αυτή η επιθυμία ταιριάζει σε αναρίθμητο πλήθος γυναικών) αλλά με την επιθυμία του μοιρασμένου ύπνου (αυτή η επιθυμία δεν αφορά παρά μια και μόνο γυναίκα).
«Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» Μίλαν Κούντερα


Εσωτερικές επιστολές

από ένα στόμα που δεν πρόλαβε να σωπάσει

I. Λήθη

Δεν με πονά που έφυγες.
Ο πόθος έρχεται εύκολα, ακόμα και απ’ τη σκιά ενός σώματος.

Με πονά που δεν μοιραστήκαμε τον ύπνο.
Τον αληθινό, εκείνον που πέφτει πάνω μας σαν συγγνώμη.
Που μ’ αφήνει ακίνητο, εκτεθειμένο και ωστόσο… αθώα ήσυχο.
Εκεί ήθελα να σε συναντώ: όχι στο σεντόνι, αλλά στη λήθη.
Στο τίποτα.

II. Η σιωπή

Δεν είχα λέξεις.
Ή είχα τόσες πολλές που δεν άξιζαν πια καμία.

Μου λείπει εκείνη η σιωπή της θάλασσας.
Όχι η αμήχανη. Η άλλη, η γεμάτη.
Εκείνη που είχε μέσα της τόση παραδοχή,
που δεν χρειαζόταν να ειπωθεί τίποτα.

Το παράδοξο είναι πως δεν με πλήγωσε που έφυγες.
Με πλήγωσε που έμεινε εκείνη η σιωπή, χωρίς εσένα μέσα της.

III. Η εξήγηση

Δεν σου ζητώ να μ’ εξηγήσεις.
Είχες ημερολόγιο από την αρχή.
Κι εγώ το διάβαζα, όχι με τα μάτια, αλλά με το δέρμα.
Μια λέξη τη φορά, ένα άγγιγμα το κεφάλαιο.

Δεν ξαφνιάστηκα που τελείωσε.
Ξαφνιάστηκα που δεν ήμουν ούτε υποσημείωση.

IV. Η αναμονή

Δεν σε περίμενα.
Η αναμονή έχει κάτι ανυπόμονο μέσα της, κάτι που μετράει τον χρόνο.
Εγώ δεν μέτρησα ποτέ.

Απλώς… έμεινα.
Όχι γιατί πίστεψα ότι θα έρθεις.
Αλλά γιατί δεν ήξερα πού αλλού να σταθώ που να μοιάζει αληθινό.

Κι ίσως αυτό είναι ο έρωτας:
Όχι το να περιμένεις κάποιον να γυρίσει.
Αλλά να μη θες να φύγεις,
ακόμη κι όταν ξέρεις πως δεν θα επιστρέψει ποτέ.

V. Η επιλογή

Δεν με τρόμαξε που είχες επιλογή.
Με τρόμαξε που δεν δίστασες.

Έγινες σταδιακά ήσυχη, απλή και στο τέλος ξεκάθαρη.
Όπως γίνεται μόνο όποιος διάλεξε κάτι κι εγκατέλειψε όλα τ’ άλλα. Σοφό.

Κι εγώ, εγώ έμεινα πίσω με το ενδεχόμενο.
Όχι με την ήττα.
Με την πιθανότητα που δεν ευδοκίμησε.

Ξέρεις ποιο είναι το πιο άγριο σημείο σε μια επιλογή;
Όχι ότι κάποιος κέρδισε.
Αλλά ότι δεν υπήρξε ποτέ δίλημμα.

VI. Η μνήμη

Δεν θυμάμαι πια πως ήσουν.
Θυμάμαι μόνο πως σε ένιωθα.

Κι αυτό, όσο κι αν μοιάζει αληθινό, είναι ψέμα με ευγένεια.
Γιατί η μνήμη δεν θυμάται·
επεξεργάζεται.

Σου αλλάζει τα λόγια, σου λειαίνει τα λάθη,
σου φωτίζει το πρόσωπο περισσότερο απ’ όσο ποτέ το έκανε ο ήλιος.

Και έτσι, χωρίς να το καταλάβω,
έπεσα ερωτευμένος ξανά.
Όχι με εσένα.

Με εκείνη την εκδοχή σου που μόνο εγώ γνώρισα

και μόνο εγώ εφηύρα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *