Υπάρχει μια ιδιαίτερη κατηγορία άνδρα που συγχέει την ευγένεια με την ανάγκη να αρέσει.

Τον καταλαβαίνεις εύκολα όταν απέναντί του βρίσκεται μια όμορφη γυναίκα.

Ας πούμε ότι είναι τροχονόμος. Εκείνη περνάει με κόκκινο, τη σταματάει. Κατεβάζει το παράθυρο και χαμογελάει. Λίγο αργότερα φεύγει χωρίς κλήση.

Αν στη θέση της ήταν ένας πενηντάρης άνδρας, θα έφευγε επίσης με μια παρατήρηση;

Αυτή είναι όλη η ερώτηση.

Δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό στο να επηρεάζεται ένας άνδρας από μια όμορφη γυναίκα. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν εξαιτίας αυτής της έλξης της παραχωρεί κάτι που δεν θα παραχωρούσε σε κάποιον άλλον.

Το πράγμα γίνεται σοβαρότερο όταν αυτό που παραχωρεί δεν είναι καν δικό του.

Ο τροχονόμος δεν χαρίζει δικά του χρήματα όταν σβήνει μια κλήση. Ο διευθυντής δεν διαθέτει αποκλειστικά δική του εξουσία όταν παρακάμπτει μια διαδικασία. Ο προϊστάμενος δεν προσφέρει κάτι προσωπικό όταν δίνει προτεραιότητα εκεί όπου κανονικά δεν θα έδινε.

Χρησιμοποιούν μια εξουσία που τους έχει δοθεί για άλλον σκοπό.

Εδώ εμφανίζεται ο λιγούρης στην πιο καθαρή του μορφή: όχι ο άνδρας που επιθυμεί μια γυναίκα, μα εκείνος που χρησιμοποιεί ό,τι ελέγχει για να αγοράσει ποσοστό από την εύνοιά της.

Η συναλλαγή συνήθως δεν λέγεται ποτέ φωναχτά. Δεν χρειάζεται.

Ο άνδρας κάνει την εξαίρεση. Η γυναίκα χαμογελά, γίνεται λίγο πιο οικεία ή απλώς τον ευχαριστεί θερμότερα. Εκείνος εισπράττει τη μικρή επιβεβαίωση που αναζητούσε. Μπορεί να μην τη συναντήσει ποτέ ξανά. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Για λίγα δευτερόλεπτα ένιωσε ότι απέκτησε μια προνομιακή θέση στην αντίληψή της.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αυτή η συμπεριφορά εκπαιδεύει σταδιακά και τους δύο.

Ο άνδρας μαθαίνει ότι η θέση του μπορεί να λειτουργήσει ως προσωπικό πλεονέκτημα. Μια μικρή εξυπηρέτηση φέρνει θετική ανταπόκριση. Μια εξαίρεση ακόμη περισσότερη. Σύντομα το «θα δω τι μπορώ να κάνω» αποκτά διαφορετική σημασία ανάλογα με το ποιος βρίσκεται απέναντί του.

Η εξουσία παύει τότε να είναι μόνο ευθύνη. Γίνεται μέσο κοινωνικής συναλλαγής.

Κάπου εκεί μπορεί να συμβεί κάτι ακόμη πιο παράξενο. Ο άνδρας αρχίζει να συνδέει τη θέση του με την προσωπική του γοητεία. Θεωρεί ότι η ανταπόκριση που δέχεται αφορά τον ίδιο, ενώ ένα μεγάλο μέρος της μπορεί να αφορά απλώς όσα έχει τη δυνατότητα να προσφέρει.

Δεν έγινε περισσότερο γοητευτικός. Έγινε περισσότερο χρήσιμος.

Η διάκριση είναι σημαντική. Δεν είναι πάντοτε ευχάριστη.

Η ίδια εκπαίδευση συμβαίνει από την άλλη πλευρά.

Μια ελκυστική γυναίκα δεν γεννιέται γνωρίζοντας ότι η εμφάνισή της μπορεί να επηρεάζει αποφάσεις. Το μαθαίνει από τις αντιδράσεις των άλλων. Βλέπει ότι κάποιοι γίνονται περισσότερο πρόθυμοι. Κάποιοι συγχωρούν ευκολότερα. Κάποιοι προσφέρουν βοήθεια πριν καν τους ζητηθεί.

Η επανάληψη δημιουργεί γνώση.

Αρχικά μπορεί απλώς να απολαμβάνει το πλεονέκτημα χωρίς να του δίνει ιδιαίτερη σημασία. Αργότερα το αναγνωρίζει. Με τον χρόνο αντιλαμβάνεται σε ποιους λειτουργεί περισσότερο. Από εκεί μέχρι τη συνειδητή χρήση του η απόσταση δεν είναι μεγάλη.

Δεν σημαίνει ότι κάθε όμορφη γυναίκα θα το εκμεταλλευτεί. Θα ήταν ανόητη γενίκευση. Σημαίνει ότι οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τα πλεονεκτήματά τους και μαθαίνουν να τα χρησιμοποιούν. Η εμφάνιση δεν αποτελεί εξαίρεση.

Έτσι δημιουργείται αυτό που συχνά ονομάζεται beauty capital.

Η έκφραση μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η ομορφιά διαθέτει από μόνη της κάποια μορφή εξουσίας. Δεν διαθέτει.

Η ομορφιά δεν ακυρώνει πρόστιμα. Δεν κάνει προσλήψεις. Δεν δίνει προαγωγές. Δεν παρακάμπτει διαδικασίες. Δεν ανοίγει υπηρεσιακές πόρτες.

Άνθρωποι τα κάνουν όλα αυτά.

Η ομορφιά αποκτά κοινωνική αξία όταν κάποιος απέναντι αποφασίζει να την ανταμείψει. Χωρίς αυτόν δεν υπάρχει προνόμιο. Υπάρχει απλώς ένας όμορφος άνθρωπος.

Εδώ συναντώνται πλέον οι δύο νοοτροπίες.

Ο άνδρας έχει μάθει ότι μπορεί να χρησιμοποιεί την εξουσία του για να αποκτά εύνοια. Η γυναίκα έχει μάθει ότι η εύνοιά της μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο συγκεκριμένος άνδρας χρησιμοποιεί την εξουσία του.

Ο ένας εκπαιδεύει τον άλλον.

Όσο περισσότερο επαναλαμβάνεται αυτή η σχέση τόσο λιγότερο χρειάζεται να είναι συνειδητή. Γίνεται τρόπος συμπεριφοράς. Εκείνος προσφέρεται πριν του ζητηθεί. Εκείνη γνωρίζει πότε αξίζει να γίνει λίγο πιο θερμή. Κανείς δεν χρειάζεται να διατυπώσει τη συναλλαγή.

Το πρόβλημα είναι ότι στη συναλλαγή υπάρχουν σχεδόν πάντα περισσότεροι από δύο.

Υπάρχει ο άνθρωπος που έκανε την ίδια παράβαση και πλήρωσε το πρόστιμο. Η εργαζόμενη που είχε τα ίδια ή καλύτερα προσόντα χωρίς την ίδια πρόσβαση στον προϊστάμενο. Ο πολίτης που περίμενε κανονικά τη σειρά του. Ο συνάδελφος που κρίθηκε αποκλειστικά από τη δουλειά του.

Κάθε εξαίρεση έχει έναν αόρατο τρίτο.

Αυτός είναι συνήθως ο λόγος που η φράση «δεν αδίκησα κανέναν» είναι τόσο βολική. Ο άνθρωπος που αδικήθηκε δεν βρίσκεται μπροστά για να διαμαρτυρηθεί.

Η αδικία δεν χρειάζεται πάντοτε να πάρει τη μορφή τιμωρίας. Μπορεί να εμφανιστεί ως επιλεκτική επιείκεια. Στη δεύτερη περίπτωση περνά πολύ πιο εύκολα απαρατήρητη.

Σε μια κλήση το αποτέλεσμα είναι μικρό. Σε έναν χώρο εργασίας μπορεί να είναι θέση, προαγωγή ή αμοιβή. Σε μια επιχείρηση μπορεί να είναι σύμβαση. Σε έναν δημόσιο οργανισμό μπορεί να είναι πρόσβαση, προτεραιότητα ή απόφαση.

Όσο μεγαλώνει η εξουσία τόσο μεγαλώνει η σημασία της προσωπικής μεροληψίας.

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία του ισχυρού λιγούρη.

Πιστεύει ότι επιδεικνύει δύναμη όταν λέει «θα το κανονίσω». Στην πραγματικότητα αποκαλύπτει πόσο εύκολα μπορεί ένας εντελώς άσχετος παράγοντας να επηρεάσει την κρίση του.

Η εξουσία του μπορεί να είναι πραγματική. Η αυτοκυριαρχία του όχι απαραίτητα.

Ο πραγματικά ισχυρός άνθρωπος δεν είναι εκείνος που μπορεί να κάνει εξαιρέσεις. Είναι εκείνος που γνωρίζει πότε δεν δικαιούται να τις κάνει.

Υπάρχει ένας απλός τρόπος να το διαπιστώσει.

Αρκεί, πριν από κάθε ιδιαίτερη εξυπηρέτηση προς μια γυναίκα που τον ελκύει, να αφαιρέσει νοητά την έλξη από την εικόνα.

Θα έκανε ακριβώς το ίδιο για κάποιον που δεν τον ελκύει καθόλου;

Αν ναι, πιθανότατα πρόκειται για πραγματική διάθεση βοήθειας ή για μια αρχή επιείκειας που εφαρμόζεται σε όλους.

Αν όχι, η απάντηση είναι ήδη μπροστά του.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι ότι υπάρχουν άνδρες που εντυπωσιάζονται από όμορφες γυναίκες. Αυτό είναι μάλλον το πιο φυσιολογικό μέρος της ιστορίας.

Το θέμα είναι τι συμβαίνει όταν η επιθυμία συναντά την εξουσία.

Εκεί κατασκευάζονται δύο νοοτροπίες ταυτόχρονα. Ο άνδρας μαθαίνει ότι μπορεί να μετατρέπει την εξουσία του σε προσωπική επιβεβαίωση. Η γυναίκα μαθαίνει ότι μπορεί να μετατρέπει την ελκυστικότητά της σε προνομιακή μεταχείριση.

Δεν χρειάζεται κανείς από τους δύο να ξεκίνησε με αυτή την πρόθεση. Η επανάληψη αρκεί.

Ίσως λοιπόν η περίφημη «δύναμη της ομορφιάς» να μην βρίσκεται τελικά στην ίδια την ομορφιά.

Τη δύναμη της τη δίνουν όσοι είναι πρόθυμοι να αλλάξουν κανόνες, αποφάσεις ή συμπεριφορά μπροστά της.

Όταν μάλιστα χρησιμοποιούν εξουσία που δεν τους ανήκει προσωπικά, ο όρος «λιγούρης» παύει να περιγράφει απλώς μια ανδρική αδυναμία.

Περιγράφει έναν άνθρωπο που χρηματοδοτεί την προσωπική του επιβεβαίωση με ξένο κεφάλαιο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *