(θα μπορούσε να ‘ναι κι έτσι)

Στον καιρό που ο Αλέξανδρος ο Μέγας έκανε τον κόσμο άνω-κάτω και το γλέντι πήγαινε σύννεφο, είχε δίπλα του τον Αριστοτέλη, έναν σοφό που ήξερε τα πάντα για τα πάντα – και λίγο παραπάνω για τα υπόλοιπα. Ο Αριστοτέλης, βλέπεις, ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να σου εξηγήσει γιατί το μήλο πέφτει από το δέντρο και όχι προς τα πάνω, αλλά δεν είχε ιδέα πώς να σηκώσει βλέφαρο στη γυναικεία γοητεία.

Ο Αλέξανδρος, από την άλλη, όλο και κάποιο φλερτάκι είχε στο πρόγραμμα. Ένα από αυτά ήταν η Φύλλιδα, μια γυναίκα τόσο όμορφη που οι άντρες στην αυλή ξεχνούσαν να αναπνεύσουν κάθε φορά που έμπαινε. Αλλά η Φύλλιδα δεν ήταν μόνο όμορφη· είχε και μυαλό κοφτερό, σαν τη μάχαιρα του χασάπη. Ο Αλέξανδρος την είχε ξετρελαθεί, και φυσικά ο Αριστοτέλης το πήρε στραβά.

«Κοίτα, παιδί μου,» του λέει ο Αριστοτέλης με εκείνο το ύφος του δασκάλου που σου κόβει τη χαρά της ζωής, «η γυναίκα αυτή είναι το τέλος σου. Τι στρατηλάτης θα γίνεις άμα κάθεσαι και ξεροσταλιάζεις για χάρη της;»

Ο Αλέξανδρος δεν απάντησε, γιατί η Φύλλιδα περνούσε από μπροστά του και το μυαλό του είχε κολλήσει στο «υποκλιθείτε όλοι» που έλεγε το σώμα της. Όμως η Φύλλιδα έπιασε το υπονοούμενο. «Έτσι, ε;» σκέφτηκε. «Ο σοφός θέλει να με βγάλει από τη μέση; Μπα, δεν έχει ιδέα τι τον περιμένει.»

Και μια ωραία πρωία, η Φύλλιδα εμφανίζεται στον Αριστοτέλη. Φορούσε κάτι που θα το έλεγες περισσότερο ιδέα παρά φόρεμα, κι εκείνος, αντί να γυρίσει στο βιβλίο του, άρχισε να ιδρώνει.

«Σοφέ μου,» του λέει με φωνή που έσταζε μέλι, «εσύ που τα ξέρεις όλα, μήπως μπορείς να μου διδάξεις λίγη… φιλοσοφία;»

Ο Αριστοτέλης ξεροκατάπιε. «Φιλοσοφία; Ε, ναι, φυσικά, μπορώ να σου διδάξω. Εσύ, όμως, είσαι σίγουρη ότι… ε… ενδιαφέρεσαι;»

«Πολύ!» του λέει εκείνη και του χαμογελάει.

Και κάπως έτσι ο σοφός βρέθηκε στον κήπο, γονατισμένος στα τέσσερα, φορώντας ένα αυτοσχέδιο χαλινάρι. Η Φύλλιδα, καβάλα στην πλάτη του, τον οδηγούσε πέρα-δώθε σαν να ήταν πόνυ στο πανηγύρι. Ο Αλέξανδρος, που πέρασε εκείνη την ώρα, έμεινε με το στόμα ανοιχτό.

«Δάσκαλε!» του φώναξε. «Εσύ που μου έλεγες να μην παρασύρομαι από γυναίκες, τι κάνεις τώρα;»

Ο Αριστοτέλης, ντροπιασμένος αλλά και κάπως σοφότερος, σταμάτησε στη μέση του κήπου. «Παιδί μου, βλέπεις, κι ο σοφός άνθρωπος έχει τις αδυναμίες του. Αλλά να θυμάσαι: ακόμα κι όταν πέφτουμε, μαθαίνουμε.»

Ο Αλέξανδρος γέλασε με την ψυχή του, η Φύλλιδα τον χαιρέτησε με ένα αυτάρεσκο νεύμα, κι ο Αριστοτέλης υποσχέθηκε στον εαυτό του να μην ξανακοιτάξει γυναίκα με τόσο μακρύ βλέμμα.

Και έτσι έμεινε ο θρύλος, για να θυμίζει σε όλους πως ούτε οι σοφοί είναι άτρωτοι στον πειρασμό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *