Η ζωή είναι μια αργή, αμείλικτη ανθολογία της φθοράς. Κάθε δημιουργία μας, κάθε τι που αγαπούμε, βαδίζει προς την αναπόδραστη κατάρρευση. Τα αγγεία που φτιάχνουμε με κόπο σπάνε, οι σχέσεις μας διαλύονται, οι σκέψεις μας ξεθωριάζουν και το σύμπαν, ο αχανής καμβάς όπου χαράζουμε τις ιστορίες μας, οδεύει αργά και αδυσώπητα προς τη λήθη: μια σιωπηλή, απόλυτη αταξία.

Οι φυσικοί, οι σύγχρονοι γραφείς του κοσμικού έπους, μας μιλούν για την εντροπία, τη ιερή τάση προς τη διάλυση. Μας λένε ότι η εντροπία αυξάνεται – πάντα και παντού. Ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής δεν είναι μόνο ένας νόμος της φύσης, αλλά και μια μεταφορά για την ίδια τη μοίρα μας. Είναι η απόδειξη πως κάθε τάξη είναι πρόσκαιρη, πως η κάθε μορφή εμπεριέχει τη δική της καταστροφή.

Όμως, ας ανατρέξουμε στην απαρχή αυτής της ιδέας. Στις όχθες του Σηκουάνα, ένας νεαρός μηχανικός, ο Sadi Carnot, άρχισε να αναρωτιέται: πώς μπορεί να αξιοποιηθεί η φωτιά; Μέσα από το έργο του, ο Carnot ανακάλυψε κάτι πιο θεμελιώδες από την ίδια τη θερμότητα: τη ροή της ενέργειας, την ανυπέρβλητη αρχή πως τίποτα δεν είναι απόλυτα τέλειο. Οι μηχανές μας, οι σφαίρες δράσης μας, ακόμα και η συνείδησή μας, είναι δέσμιες της εντροπίας.

Ο θάνατός του, πρόωρος και τραγικός, δεν άφησε μόνο το έργο του ατελές, αλλά και τη σκιά μιας ιδέας που κανείς δεν είχε ακόμα κατανοήσει. Ο Clausius, δεκαετίες αργότερα, ονόμασε αυτή την ιδέα «εντροπία» και την έντυσε με το βάρος της αιωνιότητας: «Η εντροπία του σύμπαντος αυξάνεται».

Μα η εντροπία δεν είναι απλώς αταξία, δεν είναι μόνο χάος. Είναι ένας καθρέφτης της άγνοιάς μας, ένα μέτρο της αδυναμίας μας να αγκαλιάσουμε το όλον. Όπως οι βιβλιοθήκες του Μπόρχες, που περιέχουν κάθε δυνατό βιβλίο και ταυτόχρονα καμία γνώση, έτσι κι η εντροπία μετρά την πληροφορία που χάνεται στη θάλασσα του άπειρου.

Ο χρόνος, λένε, ρέει προς το μέλλον γιατί η εντροπία αυξάνεται. Αλλά μήπως ο χρόνος είναι απλώς το παραμύθι που λέμε στον εαυτό μας για να εξηγήσουμε την αλλαγή; Μήπως η εντροπία είναι η σκιά του κόσμου μας, η απόδειξη ότι κάθε τάξη που βλέπουμε είναι μια παραίσθηση;

Κι έτσι, συνεχίζουμε. Φτιάχνουμε δομές, συστήματα, ζωές – όχι για να νικήσουμε την εντροπία, αλλά για να χορέψουμε μαζί της. Είμαστε τα παιδιά της διάλυσης, οι ποιητές μιας ασύλληπτης και ατέρμονης φθοράς. Στην τελική, δεν είναι η εντροπία που μας στοιχειώνει, αλλά η ματαιότητά μας να την κατανοήσουμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *