Μας λέτε καλικάντζαρους. Όχι επειδή πιστεύετε στ’ αλήθεια σε δαίμονες. Μη γελιόμαστε. Μας λέτε έτσι γιατί χρειάζεστε μια λέξη που να σας λύνει τα χέρια. Μια λέξη που να κάνει την απέχθεια “ηθική στάση” και τον διωγμό “καθήκον”. Έτσι δεν είστε εσείς μικροί. Είστε “Νοικοκύρηδες”.

Και να σας πω την αλήθεια; Σας βολεύει να είμαστε τέρατα. Γιατί αν είμαστε άνθρωποι, έστω κάτι που μοιάζει με άνθρωπο, τότε πρέπει να εξηγήσετε γιατί μας κυνηγάτε. Ενώ τώρα… τώρα απλώς ανάβετε το τζάκι και το λέτε “παράδοση”.

Εμείς “μένουμε στα βάθη”, λέτε. Ωραία. Πείτε το όπως είναι: μας έχετε εξορίσει και το βαφτίσατε μυθολογία για να κοιμάστε ήσυχοι. Μας χρειάζεστε κάτω, για να πιστεύετε ότι εσείς είστε πάνω. Χωρίς τα “μιαρά”, το “καθώς πρέπει” σας δεν έχει καθρέφτη.

Και όταν ανοίγει η χαραμάδα των Χριστουγέννων, έρχονται οι δώδεκα μέρες—οι δικές μας, οι λίγες—κι εσείς παθαίνετε αλλεργία. Όχι στη βρωμιά μας. Στην ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει κάτι εκτός του ελέγχου σας μέσα στο σπίτι σας. Στην ιδέα ότι το “δικό μου” δεν είναι απόλυτο. Γι’ αυτό τσιτώνετε.

Τότε αρχίζει το θέατρο της αρετής. Φωτιές, αλάτια, ρείκια, θόρυβοι. Τελετουργικό “άμυνας”. Τόση γενναιότητα απέναντι σε ένα πλάσμα που μπαίνει από την καμινάδα. Κι έχετε και ύφος: “εμείς προστατεύουμε τα παιδιά”. Ναι. Τα προστατεύετε από την ιδέα ότι υπάρχουν πλάσματα που δεν μοιάζουν με εσάς. Τα προστατεύετε από τη σκέψη. Τα εκπαιδεύετε στον αποκλεισμό από νωρίς, με παραμύθι και καπνό.

Και μετά μας κάνετε περιγραφή. Τραγίσια μούτρα, κουτσοί, καμπούρηδες, μαυριδεροί. Την ίδια συνταγή κάθε φορά: πρώτα ασχήμια, μετά ηθική καταδίκη. Γιατί έτσι δουλεύει η υποκρισία σας: αν ο άλλος φαίνεται “λάθος”, τότε δικαιούστε να του φερθείτε λάθος. Το “δεν μου αρέσει η φάτσα σου” το κάνετε “η κοινωνία πρέπει να προστατευτεί”.

Και βέβαια, σας ενοχλεί το αλεύρι, το νερό, η ανακατωσούρα. Εκεί ξυπνάει το αίμα σας. Εκεί γίνεστε αυστηροί, αρχές, δικαστές. Για ένα τσουβάλι αλεύρι θα κάνετε κήρυγμα. Για αδικία, για ξεφτίλισμα, για ανθρώπους που τους πετάτε έξω από τη ζωή σας… εκεί είστε ήσυχοι. Εκεί κάνετε ότι δεν είδατε. Γιατί η δική σας “τάξη” δεν είναι ηθική. Είναι βολή.

Κι εμείς; Ναι, θα κάνουμε σκανταλιά. Όχι γιατί “έτσι είμαστε”. Αλλά γιατί έτσι μας ορίσατε. Όταν σε λένε τέρας, σε στριμώχνουν να αποδείξεις ότι δεν είσαι—και μετά σε τιμωρούν επειδή κουράστηκες να αποδεικνύεις. Κι άμα μια φορά θυμώσεις, λένε: “Είδες; Σας τα λέγαμε.” Αυτό είναι το κόλπο σας: πρώτα δημιουργείτε το πρόβλημα, μετά πανηγυρίζετε που “επιβεβαιώθηκε”.

Και φτάνουν τα Φώτα.

Τότε παίζετε το μεγάλο χαρτί: τον αγιασμό. Όχι σαν φως. Σαν εκκαθάριση. Σαν απολύμανση. Και το λέτε “καθαρισμός”. Πάλι η γλώσσα σας σάς ξεπλένει: δεν διώχνετε πλάσματα, διώχνετε “μιαρότητα”. Δεν ξεφορτώνεστε τον ξένο, “αγιάζετε το σπίτι”.

Και μετά τρίβετε τα χέρια: “Καθαρίσαμε”.

Καθαρίσατε από εμάς, ναι. Αλλά δεν καθαρίσατε από το βασικό: την ανάγκη σας να υπάρχει πάντα κάποιος για να τον δείχνετε με το δάχτυλο. Κάποιος που θα φταίει για το άγχος σας, τη μιζέρια σας, την ασχήμια σας. Εμείς είμαστε βολικοί. Δεν μιλάμε στα συμβούλια, δεν έχουμε δικηγόρο, δεν ψηφίζουμε, δεν γράφουμε καταγγελίες. Μπαίνουμε από καμινάδα και φεύγουμε με αγιασμό. Ιδανικός εχθρός.

Θα φύγουμε, λοιπόν. Όπως πάντα.

Και θα μείνετε εσείς, με το σπίτι καθαρό και την ψυχή σας άθικτη—δηλαδή όπως τη θέλετε: τακτοποιημένη, γυαλισμένη απ’ έξω, και μέσα γεμάτη μικρές, ήσυχες αδικίες που τις λέτε “έτσι είναι η ζωή”.

Γιατί αυτό είναι το πραγματικό σας θαύμα: όχι ότι διώχνετε τους καλικάντζαρους. Αλλά ότι διώχνετε τη ντροπή σας και την βαφτίζετε “παράδοση”.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *