Κρατούσε σφιχτά την ντελικάτη παλάμη της, και προχωρούσαν κατά μήκος της αμμουδιάς. Η κίνησή της έμοιαζε με έναν ελαφρύ κυματισμό, αρμονική και φυσική, σαν να την είχε γεννήσει η ίδια η θάλασσα.

Ο αέρας του Αυγούστου έσπρωχνε τα μακριά μαλλιά της που κυλούσαν στους ώμους και την πλάτη της. Ο ουρανός ήταν βαρύς, γεμάτος σύννεφα που μόχθηζαν να φυλακίσουν το φως, μα δεν το κατάφεραν. Ακτίνες διέφευγαν, λούζοντας τμήματα της θάλασσας με φευγαλέα λάμψη.

Θα έβρεχε.

Στάθηκαν σε ένα σημείο της απέραντης παραλίας που το ένιωσαν σωστό, σχεδόν προκαθορισμένο. Εκεί θα άφηναν τα χέρια τους να μιλήσουν, να βρουν το δρόμο στο σώμα του άλλου. Ήταν αμήχανοι, παιδιά μιας άλλης εποχής, με χρόνια που είχαν ήδη χυμήξει στη ζωή τους και τους είχαν στερήσει τη νιότη.

Το «δίπλα» έγινε δειλά αγκαλιά. Εκείνος άνοιξε τα χέρια του σαν φτερούγες και έκλεισε μέσα του τη φωτιά του πόθου του. Το στήθος του σμίλευσε την πλάτη της κι οι χτύποι της κουρασμένης καρδιάς του ενώθηκαν με τους δικούς της.

Τα λιγοστά ρούχα τους έμοιαζαν περιττά σύμβολα, δίχως λόγο να κρύβουν τίποτα. Η αγκαλιά τους έμοιαζε να γκρεμίζει την επιβεβλημένη αξιοπρέπεια του κόσμου και να αναγεννά κάτι πιο αγνό.

Τα βλέμματά τους καρφώθηκαν στον ορίζοντα. Αμίλητοι, αγκαλιασμένοι, μάρτυρες της ίδιας τους Στιγμής.

Η βροχή ξέσπασε απαλά, σαν τα πρώτα δάκρυα λύτρωσης. Γελούσαν, μεθυσμένοι από το «τώρα» που τους περιέκλειε. Η ύπαρξη είχε στενέψει σε μια σταγόνα χρόνου, ζωντανή, υγρή, αληθινή.

Οι σταγόνες έγιναν βίαιες, θόλωσαν τα περιγράμματα γύρω τους. Τα μάτια τους στράφηκαν βαθιά μέσα στον άλλον, εκεί όπου η αλήθεια δεν είχε ανάγκη από λέξεις. Η αγκαλιά τους έγινε οργασμός στην ψυχή.

Η πρώτη αστραπή χάραξε τον ορίζοντα. Η βροντή τους έσφιξε πιο πολύ. Μονάχοι μέσα στην καρδιά του κόσμου, ένιωσαν κάθε κύτταρό τους να πάλλεται.

Αλίμονο, τέτοια πάθη δεν τα συγχωρεί η ζωή. Η ζωή, που άλλοτε κάνει τον έρωτα πνοή και άλλοτε φυλακή.

Δύο σύννεφα ζήλεψαν, σφίχτηκαν μεταξύ τους κι ένας κεραυνός κύλησε ανάμεσά τους σαν σπέρμα που έψαχνε γη. Έπεσε.

Το ζευγάρι, σφιχτά αγκαλιασμένο, στάθηκε ακίνητο, σφραγισμένο στην αιωνιότητα. Ο κεραυνός, μάρτυρας του πάθους τους, τους έκανε έναν πίνακα έξω από τον χρόνο.

Και η στιγμή έγινε αγάπη. Και η αγάπη, αθάνατη.

Μια σκέψη στο “Βροχή”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *