Ήταν παραμονή Χριστουγέννων του 1913 κι η υγρή λάσπη του Υπρ είχε γίνει το μόνιμο κρεβάτι μας. Η παγωνιά διαπερνούσε τα κόκαλά μας, και κάθε ανάσα έμοιαζε να βαραίνει την ψυχή. Στο χαράκωμά μας, η σιωπή του πολέμου φάνταζε πιο εκκωφαντική από τον ήχο των κανονιών που είχαμε συνηθίσει.
Κάπου, στα δεξιά μου, κάποιος άρχισε να τραγουδά. “Stille Nacht, heilige Nacht…” Ήταν ένας από τους νεότερους. Η φωνή του αδύναμη, μα γλυκιά, ξεγλίστρησε στον παγωμένο αέρα. Δίστασα, αλλά σύντομα βρήκα τον εαυτό μου να τραγουδά μαζί του. Η μελωδία ταξίδεψε μέσα από τη νεκρή ζώνη και βρήκε απάντηση. Από την άλλη πλευρά, οι Άγγλοι τραγουδούσαν. Δεν καταλάβαινα τα λόγια τους, αλλά το νόημα ήταν σαφές.
Μέσα στην παράξενη αυτή σιωπηλή συμφωνία, κάποιος άναψε ένα κερί. Το φως του τρεμόπαιξε, σαν να προσπαθούσε να διώξει το σκοτάδι του πολέμου. Κοίταξα τον Λούντβιχ, τον σύντροφό μου, κι εκείνος έγνεψε. Δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα. Σηκώθηκα αργά, φοβούμενος ότι μια σφαίρα θα με διαπερνούσε. Μα δεν έγινε.
Αψηφήσαμε διαταγές, περάσαμε τη νεκρή ζώνη σαν να περνούσαμε σε έναν άλλο κόσμο. Εκεί, στη μέση του τίποτα, συναντήσαμε τους Άγγλους. Ένας από αυτούς – ψηλός, με τραχιά χέρια – μου έδωσε ένα τσιγάρο. Του έδωσα μια σοκολάτα που είχα κρατήσει. Ανταλλάξαμε βλέμματα. Τα λόγια ήταν περιττά.
Και τότε φάνηκε η μπάλα, ένα κουρέλι δεμένο πρόχειρα που στα χέρια ενός Σκωτσέζου έμοιαζε με θησαυρό. Χαμογελούσε, σαν παιδί που φέρνει το παιχνίδι του σε μια συντροφιά. Δεν θυμάμαι ποιος έδωσε την πρώτη κλωτσιά, αλλά ξαφνικά για μια ολόκληρη ώρα όλοι τρέχαμε πίσω της. Η λάσπη μάς έκανε αδέξιους, οι μπότες μας βαριές, αλλά γελούσαμε. Ο αγώνας – αν μπορεί να τον πει κανείς έτσι – τελείωσε όταν η μπάλα μας βρήκε το τέλος της, καρφωμένη στα συρματοπλέγματα. Το σκορ: τρία γκολ για εμάς, δύο για τους Βρετανούς. Ο Σκωτσέζος με πλησίασε, μου έσφιξε το χέρι και για μια στιγμή, η φωνή του πολέμου σιώπησε. Δεν ήμασταν εχθροί πια. Ήμασταν απλώς άνθρωποι, που για λίγο ξέχασαν γιατί βρίσκονταν εκεί.
Η νύχτα προχώρησε. Μαζέψαμε τους νεκρούς μας μαζί, με έναν σεβασμό που ο πόλεμος προσπαθεί να αφαιρέσει από τον άνθρωπο. Θάψαμε αδέλφια και φίλους, με τη φευγαλέα σκέψη ότι ίσως, μια μέρα, να θάβουμε και τους εαυτούς μας.
Όταν ο ήλιος ανέτειλε, το μαγικό της νύχτας εξαφανίστηκε. Επιστρέψαμε στα χαρακώματα. Κάποιος πυροβόλησε κι ο πόλεμος άρχισε ξανά. Μα εγώ δεν ήμουν ο ίδιος.
Κάθε φορά που σκέφτομαι το Υπρ, αναρωτιέμαι αν η γη θυμάται εκείνη τη στιγμή. Αν εκεί, στον σταυρό που στήθηκε για να τιμήσει τη νύχτα αυτή, ο χρόνος εξακολουθεί να στέκει ακίνητος. Γιατί εκείνη η νύχτα δεν ήταν για τον πόλεμο. Ήταν για την ειρήνη που κρύβουμε όλοι μέσα μας, ακόμα κι όταν όλα γύρω μας φωνάζουν το αντίθετο.

Ανατριχιαστικά συγκλονιστικό