Το ζεϊμπέκικο είναι χορός που δεν μαθαίνεται. Σου μαθαίνει εκείνο. Είναι μια στιγμή, ένα βλέμμα, ένα σκίρτημα που ξεκινά από την ψυχή και ξεχύνεται στο σώμα. Και ο Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν, με το απαράμιλλο βλέμμα του, κατόρθωσε το 1953 να φυλακίσει για πάντα αυτή τη στιγμή σε μια ταβέρνα του Πειραιά. Ένας άντρας, μόνος του, σε έναν κύκλο από βλέμματα που σχεδόν σβήνουν μπροστά στη δική του σιωπή, σκύβει στο δικό του ρυθμό.
Αυτός ο ρυθμός, τα 9/8 του ζεϊμπέκικου, είναι κάτι περισσότερο από μουσική. Είναι ο χτύπος της καρδιάς του ανθρώπου που υποφέρει αλλά αντέχει. Κάθε φιγούρα, κάθε βήμα, είναι ένας σπασμός ψυχής που γίνεται τέχνη. Δεν είναι τυχαίο που ο χορός αυτός συχνά συγκρίνεται με τον αετό. Ο χορευτής, άλλοτε βαδίζει αργά και άλλοτε χοροπηδά, σαν να δοκιμάζει τα φτερά του. Και στο τέλος, απογειώνεται.
Η φωτογραφία εκείνη μιλά για τον άντρα που χορεύει το ζεϊμπέκικό του σαν να μην υπάρχει κανείς γύρω του. Μια εποχή που οι καημοί ζούσαν ακόμα στα καπηλειά, όταν τα μάτια έλεγαν περισσότερα από τις λέξεις. Ο φακός του Καρτιέ-Μπρεσόν γίνεται η αλήθεια του ζεϊμπέκικου: μια τέχνη μοναχική, βαθιά προσωπική, που όμως αγγίζει τις ψυχές όλων.
Αλλά το ζεϊμπέκικο είναι και μνήμη. Είναι ο χορός που ήρθε από τη Μικρά Ασία, γεμάτος ιστορίες προσφυγιάς, πόνου, αλλά και περηφάνιας. Είναι το αποτύπωμα του Έλληνα που πάλεψε να κρατήσει την ταυτότητά του ζωντανή μέσα από τον χορό και τη μουσική. Και έτσι, κάθε ζεϊμπέκικο, είτε χορεύεται στην ταβέρνα του Πειραιά είτε στη σημερινή πόλη, κουβαλά μέσα του όλους αυτούς που χόρεψαν πριν από μας.
Στη φωτογραφία, ο άντρας δεν χαμογελά. Δεν κοιτάζει κανένα. Το ζεϊμπέκικο δεν είναι θέαμα· είναι μαρτυρία. Είναι η γλώσσα του σώματος όταν οι λέξεις δεν επαρκούν. Και ο χορευτής ξέρει πως το ζεϊμπέκικο, όπως και ο πόνος, δεν μοιράζεται. Χορεύεται.
Έτσι, η στιγμή που κατέγραψε ο Καρτιέ-Μπρεσόν δεν είναι μόνο μια εικόνα, αλλά μια παγκόσμια αλήθεια. Είναι η υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος, όση μοναξιά κι αν κουβαλά, έχει πάντα έναν τρόπο να σηκώνεται και να συνεχίζει. Με ένα ζεϊμπέκικο.
