Ο Τίμοθι Ντέξτερ ήταν ένας άνθρωπος που ανήκε σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία των Τυχερών. Γεννημένος το 1747 στη Μασαχουσέτη από Ιρλανδούς μετανάστες, εγκατέλειψε το σχολείο στα οκτώ του και έπιασε δουλειά σε μια φάρμα. Όμως, η τύχη -ή η πανουργία του- τον οδήγησε στην αγκαλιά μιας πλούσιας χήρας, της Ελίζαμπεθ Φρόθινγκχαμ, η οποία, χωρίς να το ξέρει, είχε επενδύσει σε έναν άνθρωπο που έβλεπε ευκαιρίες ακόμα κι εκεί που δεν υπήρχαν.
Κατά τη διάρκεια της οικονομικής αναταραχής μετά τον Αμερικανικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας, ο Ντέξτερ αγόρασε τεράστιες ποσότητες από το υποτιμημένο χαρτονόμισμα της χώρας. Οι λογικοί άνθρωποι τον θεώρησαν ανόητο, αλλά εκείνος, με μια σύμπτωση που θα έκανε ακόμα και τη Θεά Τύχη να ζηλέψει, είδε την κυβέρνηση να εξαγοράζει το ίδιο νόμισμα με ομόλογα. Ξαφνικά, ο πρώην βυρσοδέψης έγινε πάμπλουτος.
Η υψηλή κοινωνία, όμως, δεν τον αποδεχόταν. Τον έβλεπαν σαν έναν βλάχο με λεφτά, έναν παρείσακτο. Κι εκείνος, αντί να σκύψει το κεφάλι, αποφάσισε να τους τρελάνει. Αγόρασε μια έπαυλη, την στόλισε με τεράστια ξύλινα αγάλματα μεγάλων προσωπικοτήτων -ανάμεσά τους και το δικό του- και κυκλοφορούσε αποκαλώντας τον εαυτό του “Λόρδο”.
Οι ανταγωνιστές του, θέλοντας να τον καταστρέψουν, του πρότειναν επενδύσεις που έμοιαζαν με αστείο: να πουλήσει κάρβουνο στο Νιουκάστλ, την καρδιά της ανθρακωρυχίας. Αλλά την ημέρα που έφτασε το εμπόρευμά του, οι ανθρακωρύχοι είχαν απεργία και ο Ντέξτερ πούλησε το κάρβουνο σε εξωφρενικές τιμές. Του είπαν να στείλει θερμαντήρες κρεβατιού στις Δυτικές Ινδίες κι εκείνοι χρησιμοποιήθηκαν στη βιομηχανία της μελάσσας, τρελά κέρδη. Του πρότειναν να εξάγει γάτες στην Καραϊβική, και οι κάτοικοι τις υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό για να αντιμετωπίσουν την επιδημία των αρουραίων. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος είχε μια αλάνθαστη ικανότητα να μετατρέπει το παράλογο σε κέρδος.
Ωστόσο, δεν σταμάτησε εκεί. Ήθελε να γίνει διάσημος, λατρεμένος. Έγραψε ένα βιβλίο με τον ευφάνταστο τίτλο “A Pickle for the Knowing Ones”, γεμάτο με ανορθογραφίες, χωρίς ούτε ένα σημείο στίξης, που όμως είχε επιτυχία! Στη δεύτερη έκδοση, μάλιστα, πρόσθεσε μια σελίδα γεμάτη σημεία στίξης και προέτρεψε τους αναγνώστες να τα τοποθετήσουν όπου ήθελαν!
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, σκηνοθέτησε και τον ίδιο του τον θάνατο για να δει αν ο κόσμος θα τον θρηνούσε. Περίπου 3.000 άτομα παραβρέθηκαν στην “κηδεία” του. Όμως, όταν συνειδητοποίησε πως η γυναίκα του δεν έκλαιγε αρκετά, πετάχτηκε ζωντανός και την επέπληξε δημοσίως.
Είμαι σίγουρος… αν ο Ντέξτερ ζούσε σήμερα, το πιθανότερο είναι πως θα ήταν μια από τις μεγαλύτερες media personas της εποχής μας. Θα είχε εκατομμύρια followers στο Instagram, θα έδινε συνεντεύξεις ως “ο μεγαλύτερος επιχειρηματικός εγκέφαλος” και θα φιγουράριζε σε reality shows. Ίσως κάποιοι ελάχιστοι να τον θεωρούσαν απατεώνα, άλλοι τυχερό, και πολλοί κάποιοι ιδιοφυΐα. Το μόνο βέβαιο είναι πως κανείς δεν θα τον αγνοούσε.
