Η νύχτα είχε απλώσει το βαρύ, σκοτεινό της πέπλο πάνω από την Σαμοθράκη, κι ένας άνεμος ψιθύριζε μέσα από τα δέντρα και τις ρεματιές, σαν να έφερνε μαζί του τις φωνές αιώνων. Η παραλία, απόμερη και σιωπηλή, έμοιαζε να έχει βυθιστεί σε μια αρχαία λήθη. Τα κύματα έγλειφαν την άμμο με έναν ρυθμό σχεδόν τελετουργικό, και τα αστέρια πάνω από το κεφάλι μου φάνταζαν σαν μάτια που παρακολουθούσαν, ατάραχα και διαπεραστικά.

Η φωτιά που είχα ανάψει δεν ήταν παρά μια θνητή λάμψη μέσα στο άπειρο του κόσμου. Οι φλόγες χόρευαν με τρόπο παράξενο, σαν να στέλνουν μηνύματα σε κάποιον κρυμμένο θεατή. Εκείνη καθόταν απέναντί μου, με βλέμμα ακίνητο, γεμάτο κάτι το ανεξήγητο. Το πρόσωπό της φωτιζόταν φευγαλέα, κι όμως, έμοιαζε παράξενα απόμακρο, σαν να ανήκε σε έναν άλλο κόσμο.

«Μου ’λείψες,» της είπα, τα λόγια μου βγήκαν σαν ψίθυρος που χάνονταν στον άνεμο.

Με κοίταξε με μια ένταση που πάγωνε το αίμα μου. Τα χείλη της σχημάτισαν λέξεις που φάνηκαν να αντηχούν μέσα μου αντί να τις ακούω:

«Ποτέ δεν έφυγα. Πάντα ήμουν εδώ.»

Μια βαθιά αλήθεια φάνηκε να ξεδιπλώνεται μπροστά μου. Οι σκιές γύρω μας χόρευαν, και το φως της φωτιάς έμοιαζε να φανερώνει μορφές κρυμμένες στην άμμο και τους βράχους. Κοιταχτήκαμε για μια αιωνιότητα, και κατόπιν η ματιά μας στράφηκε προς τα αστέρια, προς το άπειρο.

Δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα άλλο. Η σιωπή της ήταν τόσο βαριά όσο και το βλέμμα της. Η παρουσία της είχε κάτι το απόλυτο, μια υπόσχεση που κανένας θνητός δεν θα μπορούσε να αθετήσει.

Όμως, όταν γύρισα ξανά προς εκείνη, κατάλαβα. Δεν υπήρχε κανείς απέναντί μου. Ήμουν μόνος. Η φωτιά συνέχισε να καίει, οι φλόγες συνέχισαν να χορεύουν, αλλά η θέση της ήταν άδεια.

Κι όμως, δεν ένιωθα φόβο ή μοναξιά. Γιατί μέσα στο σκοτάδι, άκουσα ξανά τη φωνή της, χαμηλή, σχεδόν σαν ανάσα του ανέμου:

«Για πάντα είμαι εδώ.»

Μα αυτή τη φορά, οι λέξεις της έμοιαζαν να προέρχονται από τα ίδια τα βράχια, τα δέντρα και τα κύματα. Ήταν η φωνή του νησιού, μια φωνή αιώνια, που μιλούσε μέσα από τη μορφή της. Το νησί ήταν ζωντανό. Ήταν ο θεατής και ο αφηγητής, ο φύλακας όλων όσων είχαν χαθεί στην άμμο και είχαν ξεχαστεί στο χρόνο.

Έκλεισα τα μάτια και άφησα τη νύχτα να με τυλίξει. Γιατί ήξερα, με έναν τρόπο που δεν μπορούσα να εξηγήσω, ότι εκείνη – η φωνή του νησιού – δεν θα έφευγε ποτέ. Ήταν το αιώνιο ίχνος που αφήνει ο χρόνος, ένα κομμάτι του κόσμου που παραμένει, ακόμα κι όταν όλα τα άλλα σβήνουν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *