(Στον Πέτρο που μου ζωγράφισε τον θρύλο στις όχθες του Φονιά)

Ο τόπος γύρω ήταν σιωπηλός, σαν να κρατούσε την ανάσα του, καθώς το φως της πανσελήνου άγγιζε απαλά τις πλαγιές της Σαμοθράκης. Ο αέρας μύριζε υγρασία και δάσος, ένα άρωμα που θύμιζε αρχαίους χρόνους, τότε που οι Κάβειροι περπατούσαν ακόμα ανάμεσα στους ανθρώπους. Στην καρδιά αυτής της ιερής σιωπής, οι βάθρες έμοιαζαν με καθρέφτες μιας άλλης πραγματικότητας, λίμνες που ανήκαν σε έναν κόσμο που ούτε το φως του ήλιου ούτε ο θόρυβος της μέρας μπορούσαν να αγγίξουν.

Κανείς δεν ήξερε ποια βάθρα θα διάλεγε. Ήταν πάντα αλλού, πάντοτε άπιαστος, σαν τον άνεμο που αλλάζει κατεύθυνση. Οι ντόπιοι τον γνώριζαν, δεν τολμούσαν να ψελλίσουν τ´ όνομα του που δεν ήταν όνομα – ήταν ψίθυρος, μια αναφορά σε κάτι που δεν μπορούσες να δεις παρά μόνο αν σε επέλεγε αυτό.

Απόψε, είχε έρθει.

Εμφανίστηκε μέσα από το δάσος, σιωπηλός σαν σκιά που ξεγλιστρά από τα κλαδιά. Ήταν ψηλός, με λευκά μαλλιά που χύνονταν σαν ρυάκι στους ώμους του και το φως του φεγγαριού αγκάλιαζε τη μορφή του, σαν να τον αναγνώριζε. Δεν περπατούσε· γλιστρούσε, σαν να ήταν μέρος του ίδιου του τοπίου. Τα μάτια του ήταν κλειστά, αλλά έμοιαζε να βλέπει τα πάντα.

Κατέβηκε στη βάθρα σαν να ακολουθούσε κάποιο τελετουργικό. Το νερό δεν έβγαλε ήχο όταν βούτηξε το γυμνό του πόδι, σαν να τον περίμενε. Οι κυματισμοί δεν έσβηναν – μεγάλωσαν και κύκλωσαν τη μορφή του, σαν το νερό να ήθελε να τον αγκαλιάσει. Τότε, χωρίς καμία προειδοποίηση, όλα τα χρώματα άλλαξαν, το φως της πανσελήνου έσπασε σε χιλιάδες αποχρώσεις που έπαιζαν πάνω στα νερά. Το νερό έγινε διάφανο σαν κρύσταλλο και κάτω από την επιφάνεια φάνηκαν σχήματα που δεν θα μπορούσαν να ανήκουν σε αυτό τον κόσμο – αστέρια, βράχοι που ανέπνεαν, σύμβολα που έλαμπαν για μια στιγμή πριν εξαφανιστούν.

Βυθίστηκε αργά στη βάθρα, σαν να γινόταν ένα με αυτή. Το σώμα του διαλυόταν μέσα στο νερό, λευκό και φωτεινό, μέχρι που έμεινε μόνο το χρώμα – μια λάμψη που έμοιαζε να ζει από μόνη της. Τότε ήρθε η σιωπή. Μια σιωπή τόσο πυκνή, που μπορούσες να την αγγίξεις, να την κόψεις στα δύο και μέσα σε αυτή τη σιωπή, κάτι άλλαξε.

Όποιος τολμούσε να βυθιστεί στα νερά μετά απ´ αυτόν, έβρισκε μια αλλόκοτη ευλογία. Το νερό, τώρα γεμάτο από την παρουσία του, έκρυβε μέσα του Μαγεία. Πληγές έκλειναν, βάσανα εξαφανίζονταν κι η ψυχή γινόταν ανάλαφρη, σαν να είχε αποτινάξει αιώνες πόνου. Δεν ήταν μόνο το σώμα που θεραπευόταν – ήταν το βάρος του κόσμου που εξαφανιζόταν, γινόσουν για λίγο μέρος αυτής της μαγικής πραγματικότητας που είχε αυτός αγγίξει.

Αλλά κανείς δεν μπορούσε να μείνει για πολύ. Το νερό, όσο ευεργετικό κι αν ήταν, κρατούσε μια δύναμη που δεν μπορούσες να κατανοήσεις. Καθώς το φεγγάρι έφτανε στο ζενίθ του, Αυτός αναδυόταν ξανά. Η μορφή του, τώρα πιο διάφανη από ποτέ, γινόταν ένα με τον αέρα, μέχρι που χάθηκε μέσα στη νύχτα.

Οι άνθρωποι περίμεναν. Περίμεναν την επόμενη πανσέληνο, την επόμενη βάθρα, την επόμενη ευκαιρία να αγγίξουν το θείο, έστω και για μια στιγμή. Διότι Αυτός δεν ήταν μόνος του. Ήταν μια υπόσχεση ότι, κάπου βαθιά στη Σαμοθράκη, η μαγεία δεν είχε φύγει ποτέ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *