Δεν ήθελα να αλλάξω τον κόσμο.
Το μόνο που ήθελα ήταν να τρέξω.
Όχι για να αποδείξω κάτι. Όχι για να κάνω επανάσταση.
Ήθελα μόνο να νιώσω το σώμα μου να ξετυλίγεται στη διαδρομή, να λιώσω μέσα στα χιλιόμετρα, να γίνω ένα με τον ρυθμό της αναπνοής και του δρόμου.
Να ζήσω αυτή τη σιωπηλή ελευθερία που μόνο το τρέξιμο χαρίζει.

Όμως, ο κόσμος είχε άλλα σχέδια για μένα.
Μου είπαν:
«Δεν επιτρέπεται. Δεν είναι φυσιολογικό για γυναίκες να τρέχουν μαραθωνίους. Δεν μπορούμε να το εγκρίνουμε, δεν μπορούμε να αναλάβουμε την ευθύνη».

Τι σημαίνει «δεν είναι φυσιολογικό»;
Ποιος το αποφάσισε και πότε;
Μήπως και η βροχή κάποτε θεωρούνταν ασθένεια; Μήπως και η φωτιά ήταν ιεροσυλία;

Δεν απάντησα. Δεν ήθελα να απαντήσω.
Ήξερα ότι η μόνη απάντηση ήταν το ίδιο το βήμα μου.
Όχι τα λόγια. Τα βήματα.
Έραψα τη σιωπή μου με τα κορδόνια μου, φόρεσα τη βερμούδα του αδερφού μου, τράβηξα την κουκούλα και κρύφτηκα στους θάμνους, σαν παράνομη, σαν λαθραία ύπαρξη σε έναν κόσμο που μου αρνιόταν το αυτονόητο.

Ήταν πρωί.
Και τα δέντρα γύρω μου έμοιαζαν συνένοχα.
Σαν να κρατούσαν την ανάσα τους μαζί μου.
Κι όταν ακούστηκε ο πυροβολισμός της εκκίνησης, δεν βγήκα αμέσως. Περίμενα.
Περίμενα να φύγουν οι πρώτοι. Οι γρήγοροι. Οι θορυβώδεις.
Και μόλις ο κόσμος άρχισε να κινείται σαν ποτάμι, μπήκα κι εγώ μέσα του. Σαν σταγόνα. Σαν κάτι που δεν φαινόταν, αλλά ανήκε.

Οι πρώτες ανάσες ήταν δικές μου. Μυστικές.
Δεν ήξεραν ποια ήμουν. Ούτε εγώ ήξερα, ακόμη.
Ήμουν μια ψυχή με κουκούλα, ένα σώμα που ήθελε μόνο να προχωρήσει.

Μα όσο τα χιλιόμετρα κυλούσαν, το φούτερ με έπνιγε. Η ζέστη ανέβαινε από το στέρνο στο λαιμό.
Ήθελα να το βγάλω. Ήθελα να είμαι εγώ μέσα στο φως.

Αλλά φοβόμουν.
Τι θα έκαναν; Θα με πέταγαν έξω; Θα γελούσαν; Θα με συνέλαβαν;

Ένας άνδρας με κοίταξε. Έπειτα άλλος ένας.
Και τότε έγινε κάτι που δεν περίμενα.
Μου χαμογέλασαν.

«Αν σε αγγίξει κανείς, θα τον ρίξουμε κάτω», είπε ένας.
Με προστάτευσαν με τα σώματά τους. Χωρίς να με ξέρουν.
Μόνο και μόνο επειδή καταλάβαιναν ότι κάτι πιο μεγάλο από εμένα γινόταν εκείνη τη στιγμή.

Έβγαλα την κουκούλα.

Και τότε…
έγινε η σιωπή.
Αυτή η βαθιά, παχιά, σχεδόν ιερή σιωπή του πλήθους.
Και μετά – το ξέσπασμα.
Χειροκροτήματα, ζητωκραυγές, φωνές. Οι άντρες γελούσαν. Οι γυναίκες έκλαιγαν.
Και εγώ, μέσα σε όλα αυτά, ένιωσα ότι κάτι άλλαζε. Όχι γύρω μου. Μέσα μου.

Δεν ήμουν πια η κοπέλα που ήθελε απλώς να τρέξει.
Κουβαλούσα το βάρος κάθε γυναίκας που δεν της επιτράπηκε.
Ήμουν η κόρη της απαγόρευσης. Η αδελφή της αντοχής.

Στο Wellesley, οι φοιτήτριες περίμεναν σαν σε πανηγύρι.
Ούρλιαζαν, φώναζαν το όνομά μου χωρίς να με ξέρουν.
Τότε κατάλαβα ότι αυτό που έκανα δεν ήταν απλώς δικό μου.
Ήταν «τους». Ήταν «μας». Ήταν όλων όσων ήθελαν να τρέξουν, αλλά δεν τους το είχαν επιτρέψει ακόμη.

Στον τερματισμό, ο κυβερνήτης μου έσφιξε το χέρι.
Μα δεν ένιωσα νίκη.
Ένιωσα επιβεβαίωση.
Ότι ήμουν εκεί, απέναντί τους, απέναντι στην ιστορία.
Και τίποτα δεν είχε καταρρεύσει.
Ο κόσμος δεν καταστράφηκε επειδή μια γυναίκα έτρεξε 42 χιλιόμετρα.
Ίσως, αντιθέτως, άρχισε επιτέλους να φτιάχνεται ξανά.

Δεν άλλαξα τον κόσμο εκείνη τη μέρα.
Απλώς του έδειξα ότι ήρθε η ώρα να προχωρήσει ένα βήμα ακόμη.

Η φωτογραφία απαθανατίζει τη στιγμή που η Bobbi Gibb η Πρώτη Γυναίκα στον κόσμο να διαπερνά τη γραμμή του τερματισμού στον Μαραθώνιο της Βοστώνης το 1966, γράφοντας ιστορία με κάθε της βήμα.

Μια σκέψη στο “Ό,τι δεν επιτρέπεται, γίνεται Θρύλος”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *