Ένα νησί του Αιγαίου, άγριο κι άγονο είχε βρεθεί στον δρόμο μου από μια σχέση που δεν άντεξε τον χρόνο. Το νησί, ένα γεωγραφικό όριο και συνάμα ένας ψυχολογικός λαβύρινθος, έμοιαζε να συνδέεται με τη δική μου μοναξιά. Η θάλασσα, αιώνια, καθρέφτιζε τα συναισθήματα μου, μού ψιθύριζε τη ματαιότητα κάθε ανθρώπινης προσπάθειας. Οι λιγοστοί γνωστοί μου κι η εργασία μου, όλες φανταστικές σκιές που κινούνταν δίπλα μου, άφηναν άδειες τις ώρες μου. Έτσι, στράφηκα στις οθόνες, εκεί όπου οι ζωές των άλλων προβάλλονται σαν σπασμένα είδωλα σε καθρέφτη.

Κι εκεί την είδα.

Αμυγδαλωτά καστανά μάτια που έμοιαζαν με βαθιές λίμνες, χείλη που υπόσχονταν αποκαλύψεις και μια ελιά στο μάγουλο – μάρτυρας της γήινης γοητείας της. Ήταν μια γυναίκα χαμένη στον δικό της γάμο, με την καλλιτεχνική της φύση να ζορίζεται να βγει από την κρυψώνα της. Η εικόνα της, μια φωτογραφία ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλες, με τράβηξε σαν ένας μυστηριώδης χάρτης που υπόσχεται κρυμμένους θησαυρούς.

Ξεκινήσαμε να μιλάμε, πρώτα μέσα από λέξεις, ύστερα με τη φωνή. Η φωνή της… Γυναικεία, μεστή, γεμάτη υγρασία και νοσταλγία, σαν φθινοπωρινός άνεμος που κουβαλά τα χρώματα μιας άλλης ζωής. Οι συζητήσεις μας ξεκίνησαν επιφανειακά, όπως συνηθίζεται, αλλά γρήγορα εξελίχθηκαν σε βαθιές αναζητήσεις. Μιλούσαμε για τα πάντα – για τη θάλασσα που μας χώριζε και μας ένωνε, για τις σιωπές που γεμίζουν τις μέρες, για το μέλλον που ποτέ δεν γνωρίζουμε. Κάθε της λέξη ήταν ένας μίτος που με τραβούσε όλο και πιο κοντά της.

Της ζήτησα να βρεθούμε. Ήμουν διστακτικός, σχεδόν φοβισμένος, αλλά η επιθυμία μου υπερίσχυσε. Συμφωνήσαμε να μοιράσουμε την απόσταση και να συναντηθούμε στην Αθήνα. Εκείνη τη μέρα, το ταξίδι ήταν μια πράξη πίστης – πίστης ότι κάτι υπερβατικό μας συνέδεε.

Στην Αθήνα, ανάμεσα στους λαβυρίνθους των δρόμων και των πολυκατοικιών, την αντίκρισα για πρώτη φορά. Τα μάτια της ήταν ακόμη πιο μεγάλα, δυο άβυσσοι που σε ρουφούσαν. Κρατούσα στα χέρια μου την αγωνία και την ελπίδα, σαν προσκυνητής που φτάνει στον ναό του. Περπατήσαμε μαζί, μιλήσαμε για ώρες, μέχρι που φτάσαμε μπροστά από την πόρτα του διαμερίσματος. Εκεί, μπροστά σε αυτό το κομμάτι ξύλου που χώριζε το έξω μας από το μέσα μου, την φίλησα. Ήταν σαν να άγγιξα τον πυρήνα του κόσμου.

Οι επόμενες ώρες και μέρες ήταν γεμάτες πάθος. Παίζαμε με τα κορμιά μας, χρησιμοποιούσαμε τα πάντα που θα μας έδιναν στιγμές ηδονής. Ήμασταν άφοβοι, όπως μόνο οι εραστές που ζουν μέσα στη στιγμή, μπορούν να είναι. Κάθε κίνηση, κάθε ψίθυρος, κάθε ανάσα ήταν γεμάτη ένταση και επιθυμία. Ένα φωτιστικό με πεταλούδες κρεμόταν απαλά, φωτίζοντας το δωμάτιο με μια ζεστή, σχεδόν μαγική ατμόσφαιρα. Οι πεταλούδες του φωτιστικού, χρωματιστές και εύθραυστες, φαινόταν να χορεύουν στον αέρα, αναστενάζοντας σαν να ζούσαν κι εκείνες το πάθος της στιγμής. Όταν τελείωσε το Σαββατοκύριακο, την αποχαιρέτησα με βαριά καρδιά. Της ζήτησα να έρθει στο νησί. Μου το υποσχέθηκε, και η υπόσχεση αυτή έγινε το φως που φώτιζε τις μέρες μου

Πέρασαν εβδομάδες. Η φωνή της στο τηλέφωνο με μάγευε και τροφοδοτούσε τον πόθο μου. Ένα καλοκαιρινό πρωινό, καθώς πήγαινα στο γραφείο, η ανυπομονησία μου είχε φτάσει στο αποκορύφωμα. Το προηγούμενο βράδυ μου είχε ανακοινώσει ότι θα έρθει. Αργά το απόγευμα, άκουσα ένα αυτοκίνητο να σταματά έξω από το σπίτι μου και διέκρινα τη φωνή της, η καρδιά μου χτύπησε σαν τύμπανο. Ήταν εκείνη, χαμογελαστή, με τα μάτια της να λάμπουν σαν να ήθελαν να αποσπάσουν μια συγγνώμη για τη θρασύτητα του ταξιδιού της. Είχε έρθει με το περιπολικό του Λιμενικού! Τους είχε ρωτήσει πού βρισκόταν η περιοχή που ήταν το σπίτι μου, κι εκείνοι τη μετέφεραν. Ήταν ενέργεια τόσο μα τόσο απλή και τόσο απόλυτα δική της.

Περάσαμε δύο μαγικές μέρες. Θυμάμαι να επιστρέφω από τη δουλειά και να τη βρίσκω με τα εσώρουχά της, να με περιμένει,  αρχαία θεά που καλεί τον θνητό της. Μου είπε ότι θα χωρίσει. Σκέφτηκα σοβαρά ότι ίσως αυτή να είναι η γυναίκα που θα γεμίσει την ερημιά μου. Δεν είχε παιδιά κι οι λόγοι που κρατούσαν τον γάμο της είχαν τελειώσει καιρό τώρα. Κάθε της λέξη, κάθε της βλέμμα, κάθε της άγγιγμα, με έκανε να πιστέψω ότι η ζωή μου μπορούσε να αλλάξει.

Δεκαπέντε χρόνια μετά, έχει ένα παιδί, ένα αγόρι. Δεν είναι δικό μου. Δεν ξέρω τι έγινε και δεν είμαστε μαζί. Δεν ξέρω τι δεν κάναμε σωστά. Σίγουρα κάτι δικό μου με σταμάτησε, με φόβισε να προχωρήσω. Κάποια ανωριμότητα ή δειλία. Την βλέπω στο Facebook. Είναι όμορφη, είναι ζωγράφος, είναι μητέρα, είναι σύζυγος. Είναι η αγαπημένη μου ανάμνηση, ένα κεφάλαιο σε ένα βιβλίο που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Κάποιες νύχτες, όταν ο άνεμος φυσάει με τον ίδιο τρόπο που φυσούσε τότε, μπορώ να την αισθανθώ ξανά. Μια σκιά, μια μνήμη, ένα κομμάτι του εαυτού μου που έμεινε για πάντα πίσω, σ’ έναν βωμό με φωτεινές πεταλούδες.

Μια σκέψη στο “Οι Πεταλούδες”
  1. Είναι μαγικό, ονειρεμένο μα τόσο αληθινό για να έμενε μόνο στις σκέψεις .
    Είναι αυτές οι στιγμές που ενώ τελειώνουν στην ουσία παραμένουν στην αιωνιότητα της ψυχής μας .Είναι οι στιγμές που πολλοί τις ανά ζητούν ,πολλοί τις λαχτραουν τις καρτερούν και ελάχιστοι τις βιώνουν.
    Τυχεροί όσοι τις έχουν ζήσει γιατί η ζωή μας είναι στιγμές.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *