(Το λες και σενάριο ελληνικής ταινίας του ’60)
Η ιστορία τους ξεκίνησε στην αυλή ενός σχολείου, εκεί που οι ζωές χτίζονται με ψιθύρους και γεμίζουν μ’ όνειρα. Ο Νίκος γνώρισε τη Λένα όταν ήταν μόλις 16 ετών. Εκείνη ήταν το κορίτσι που γελούσε δυνατά, που τραβούσε βλέμματα όπου κι αν πήγαινε. Εκείνος, ο τύπος που στεκόταν σιωπηλός στη γωνία, ευτυχισμένος αν μπορούσε να είναι δίπλα της έστω και για λίγα λεπτά.
«Νίκο, είσαι ο καλύτερός μου φίλος,» του είπε μια μέρα. Ήταν η στιγμή που καρφώθηκε στη μνήμη του σαν μια σκιά που δεν έλεγε να φύγει. Εκείνη τη στιγμή, όλα όσα αισθανόταν για εκείνη –η λαχτάρα, η αγάπη, η ελπίδα– συρρικνώθηκαν σε κάτι μικρό, σε κάτι που έκρυβε προσεκτικά πίσω από ένα ψεύτικο χαμόγελο.
Από τότε έγινε ο “βράχος” της. Ο φίλος που άκουγε τα πάντα. Όμως, αυτό που πραγματικά ένιωθε ήταν πολύ μεγαλύτερο, πολύ πιο βαθύ.
Το Σχέδιο της Φιλίας
Με τα χρόνια, οι ζωές τους πήραν διαφορετικούς δρόμους. Εκείνη μπήκε στη Νομική, γεμάτη φιλοδοξίες και νέες γνωριμίες, ενώ ο Νίκος έμεινε στη γειτονιά, δουλεύοντας στο καφέ του θείου του. Όμως, κάθε φορά που η Λένα είχε ανάγκη, τον έβρισκε.
«Νίκο, δεν θα μπορούσα να τα καταφέρω χωρίς εσένα,» του έλεγε κάθε φορά που έκλαιγε στην αγκαλιά του μετά από έναν καυγά με τον Γιώργο, τον πρώτο της σοβαρό δεσμό.
Ο Νίκος την παρηγορούσε, της έλεγε πως όλα θα πάνε καλά. Και μέσα του, κάτι ράγιζε κάθε φορά που τη βοηθούσε να ξανασταθεί στα πόδια της, μόνο και μόνο για να γυρίσει πίσω σε έναν άλλον.
Οι Νύχτες της Μοναξιάς
Ένα καλοκαίρι, η Λένα πήγε διακοπές με τις φίλες της. Ο Νίκος δούλευε διπλοβάρδιες, προσπαθώντας να μαζέψει χρήματα για τα όνειρά του – όνειρα που, αν και δεν το παραδεχόταν, την περιλάμβαναν πάντα. Όταν γύρισε από τις διακοπές, η Λένα ήταν πιο χαρούμενη και ανανεωμένη.
«Νίκο, πρέπει να σου πω κάτι,» του είπε. Το πρόσωπό της έλαμπε. «Γνώρισα κάποιον στις διακοπές. Ήταν απλά κάτι καλοκαιρινό, αλλά ήταν… μαγικό!»
Ο Νίκος κούνησε το κεφάλι του και χαμογέλασε. Τι άλλο μπορούσε να κάνει; Δεν μπορούσε να της πει πώς αισθανόταν. Κάθε φορά που την έβλεπε να μιλάει για άλλους άντρες, ήθελε να φωνάξει. Να της πει ότι ήταν εκεί, ότι τον είχε δίπλα της όλο αυτόν τον καιρό, ότι την αγαπούσε. Όμως, πάντα έμενε σιωπηλός.
Το Τέλος Που Ποτέ Δεν Έρχεται
Όταν ο Γιώργος την χώρισε, η Λένα κατέρρευσε. Πήρε τον Νίκο τηλέφωνο, κλαίγοντας τόσο δυνατά που μετά βίας μπορούσε να καταλάβει τι έλεγε.
«Νίκο, σε παρακαλώ, έλα. Δεν ξέρω τι να κάνω,» του είπε.
Ο Νίκος άφησε τα πάντα και έτρεξε κοντά της. Πέρασε ώρες δίπλα της, κρατώντας την αγκαλιά, λέγοντάς της πως όλα θα φτιάξουν. Εκείνη τη νύχτα, η καρδιά του ήλπιζε για κάτι που δεν τολμούσε να ονομάσει.
Αλλά λίγες μέρες αργότερα, η Λένα του ανακοίνωσε ότι είχε γνωρίσει κάποιον άλλον. «Ξέρεις, Νίκο, είναι καταπληκτικός. Αλλά μην ανησυχείς, εσύ είσαι ο μόνος που μπορώ να εμπιστευτώ πραγματικά.»
Και τότε, ο Νίκος κατάλαβε. Δεν θα άλλαζε ποτέ τίποτα.
Η Απόφαση
Ένα βράδυ, καθώς καθόντουσαν στο αγαπημένο τους παγκάκι, ο Νίκος αποφάσισε να μιλήσει.
«Λένα, πρέπει να σου πω κάτι,» ξεκίνησε. Τα λόγια βγήκαν από το στόμα του σαν ρεύμα. Της μίλησε για όλα – για το πώς την αγαπούσε από τότε που τη γνώρισε, για το πώς κάθε της λέξη τον κρατούσε δεμένο, για το πώς δεν μπορούσε να συνεχίσει έτσι.
Η Λένα τον κοίταξε σαστισμένη. «Νίκο… νόμιζα ότι ήμασταν φίλοι. Δεν θέλω να σε χάσω, αλλά δεν μπορώ να σου δώσω αυτό που θέλεις.»
Ο Νίκος χαμογέλασε θλιμμένα. «Το ξέρω. Αλλά δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω έτσι. Πρέπει να προχωρήσω.»
Σηκώθηκε και έφυγε, αφήνοντάς τη μόνη στο παγκάκι. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε πραγματικά ελεύθερος, αν και η καρδιά του πονούσε.
Η Ζωή Συνεχίζεται
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Νίκος έφτιαξε τη ζωή του, βρήκε κάποια που τον αγάπησε για αυτό που ήταν. Η Λένα παρέμεινε μια μακρινή ανάμνηση, μια σκιά από μια εποχή που έμοιαζε πιο απλή.
Κάποτε, συναντήθηκαν τυχαία. Εκείνη του χαμογέλασε. «Μου έλειψες,» του είπε.
Ο Νίκος χαμογέλασε πίσω. «Κι εμένα μου έλειψα, όσο καιρό ήμουν δίπλα σου» ήθελε να απαντήσει αλλά δεν το ΄κανε, θα πλήγωνε. Αρκέστηκε σ’ ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά και σ’ ένα πηγμένο κι άδολο “σ’ αγαπώ” και προχώρησε.
