Ο Άλκης ήταν ο άντρας της σκιάς. Όχι επειδή η παρουσία του ήταν αχνή ή αδιάφορη, μα γιατί είχε επιλέξει να ζει στο περιθώριο της ζωής της Νεφέλης, σαν μια αόρατη δύναμη, που αγαπούσε και προστάτευε χωρίς ανταλλάγματα.

Η Νεφέλη ήταν μια γυναίκα ξανθιά, λυγερόκορμη, με μάτια που καθρέφτιζαν τον ουρανό και ένα χαμόγελο που έμοιαζε να γνέφει «ναι» στον κόσμο. Είχε τη γοητεία εκείνης της αθωότητας που είναι ταυτόχρονα επικίνδυνη· όχι επειδή ήθελε να πονέσει, αλλά γιατί η ίδια δεν έβλεπε τα όρια.

Ο Άλκης την ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή που την είδε. Τότε, εκείνη χόρευε σε ένα μπαρ, με τα μαλλιά της να χύνονται σαν χρυσός ποταμός στους ώμους της. Εκείνη η στιγμή έγινε για τον Άλκη το σημείο μηδέν της ύπαρξής του.

Στην αρχή, η Νεφέλη τον είδε σαν φίλο. Της άρεσε η αφοσίωσή του, το βλέμμα που την κοιτούσε πάντα σαν να έβλεπε ένα θαύμα, μα πάνω απ’ όλα της άρεσε το γεγονός ότι μπορούσε να είναι ελεύθερη μαζί του. «Εσύ, Άλκη μου, είσαι το λιμάνι μου,» του είπε κάποτε, «μα εγώ είμαι καράβι και πρέπει να ταξιδεύω.»

Κι ο Άλκης, χωρίς ίχνος πικρίας, της το επέτρεψε. Εκείνη έζησε όπως ήθελε. Είχε εραστές, ταξίδεψε σε ξένες χώρες, αφέθηκε στη δίνη της ζωής. Ο Άλκης δεν της ζήτησε ποτέ τίποτα, παρά μόνο να τον αφήνει να υπάρχει κάπου στο περιθώριο, σαν φύλακας-άγγελος.

Μια φορά, ένας από τους εραστές της Νεφέλης την πλήγωσε. Γύρισε στο σπίτι της κλαίγοντας, κι ο Άλκης ήταν εκεί. Δεν τη ρώτησε τίποτα. Έφτιαξε τσάι, της έδωσε μια κουβέρτα και απλώς κάθισε δίπλα της. «Είσαι τρελός,» του είπε ανάμεσα στα δάκρυα. «Πώς μπορείς να με αγαπάς έτσι; Δεν βλέπεις πως σε εκμεταλλεύομαι;»

«Το βλέπω,» της απάντησε ήρεμα. «Αλλά τι σημασία έχει; Η αγάπη δεν είναι δούναι και λαβείν. Είναι απλά αγάπη.»

Η Νεφέλη δεν τον κατάλαβε ποτέ, ούτε και προσπάθησε. Για εκείνη, η ζωή ήταν ένα παιχνίδι που ήθελε να κερδίσει, ενώ για τον Άλκη ήταν ένα χρέος προς εκείνη.

Κάποια στιγμή, του είπε: «Άλκη, τι θα έκανες αν σου ζητούσα να σκοτωθείς για μένα;»

«Δεν θα το έκανα,» της είπε ήρεμα, «γιατί τότε ποιος θα σε προστάτευε;»

«Κι αν σου ζητούσα να πεθάνεις από το χέρι μου;» τον προκάλεσε, γελώντας.

Ο Άλκης την κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που δεν άλλαξε ποτέ. «Αν αυτό σε έκανε ευτυχισμένη, θα το έκανα.»

Η Νεφέλη τον πλησίασε, τον φίλησε όσο πιο γλυκά μπορούσε κι έφυγε, χαμογελώντας. Δεν ξαναγύρισε. Εκείνη συνέχισε να ταξιδεύει, να ζει τη ζωή της, να μαγεύει τους ανθρώπους που συναντούσε. Κι ο Άλκης έμεινε εκεί, στο ίδιο σημείο, σκιά στη ζωή της.

Λένε πως μια μέρα την είδε από μακριά σε μια πλατεία, περιτριγυρισμένη από άλλους άντρες. Δεν της μίλησε, δεν την πλησίασε. Σκέφτηκε μόνο πως ήταν ευτυχισμένη, και αυτό του αρκούσε. Στη δική του αγάπη, δεν υπήρχε θέση για παράπονα. Ήταν μια αγάπη που, όσο κι αν πονούσε, ήταν αληθινή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *