Είχα ξεμείνει σε μια τρύπα κάπου στα προάστια, από εκείνες που νοικιάζονται για λίγες ώρες και μυρίζουν αποσμητικό χώρου που δεν καταφέρνει να καλύψει το τίποτα. Η τηλεόραση έπαιζε έναν παλιό ελληνικό, ασπρόμαυρο κι εγώ είχα αφήσει τη μπύρα μου να ζεσταθεί στο πλαστικό τραπέζι.

Την περίμενα.

Ήταν πάντα οι ίδιες. Γυναίκες που είχαν ξεπεράσει την ηλικία της φαντασίας και έμπαιναν, διστακτικά, στην ηλικία της απελπισίας. Γυναίκες που είχαν θάψει την ερωτική τους φλόγα κάτω από στοίβες από σχολικές εργασίες, λογαριασμούς, και κριτικές ματιές πεθερών. Ήταν μητέρες, σύζυγοι, θείες. Κάποιες δεν ήταν τίποτα πια.

Κι εγώ, ένας τύπος στη μέση της ζωής του που προσποιούταν πως είχε ακόμα κάτι να προσφέρει.

Μπήκε στο δωμάτιο σαν σκιά. Ήταν ντυμένη με εκείνη τη φορεσιά που είχαν όλες: ουδέτερα ρούχα, ένα πανωφόρι για να καλύψει την οποιαδήποτε υποψία θηλυκότητας. Τα μαλλιά της μαζεμένα, το πρόσωπό της κουρασμένο αλλά ακόμη όμορφο. Τα μάτια της είχαν εκείνη τη λάμψη – ξέρεις, τη λάμψη που έχουν οι άνθρωποι που κάποτε υπήρξαν ζωντανοί.

«Άργησες», της είπα.

«Πήγα τα παιδιά στο φροντιστήριο», απάντησε, αφήνοντας την τσάντα της στην καρέκλα. Δεν ήταν δικαιολογία. Ήταν η πραγματικότητά της.

Δεν χαμογέλασα, ούτε κι εκείνη. Δεν είχαμε έρθει εδώ για να γελάσουμε. Καθίσαμε αντικριστά, σιωπηλοί. Το χέρι της έπαιζε νευρικά με ένα πακέτο χαρτομάντιλα.

«Σκέφτεσαι να μην έρθεις άλλη φορά;» τη ρώτησα.

Με κοίταξε με μάτια που δεν είχαν ανάγκη να μιλήσουν. Ήταν μάτια γεμάτα επιφυλάξεις, τύψεις και – κάπου εκεί βαθιά – ένα κομμάτι από το κορίτσι που κάποτε ήθελε να χορέψει ξυπόλητο στο χώμα.

«Δεν είναι σωστό», ψιθύρισε.

«Τίποτα δεν είναι σωστό», της είπα. «Αλλά εσύ είσαι εδώ. Κι εγώ είμαι εδώ. Αυτό δεν λέει κάτι;»

Δεν απάντησε. Σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Άγγιξε το πρόσωπό της, όπως κάνουν οι γυναίκες όταν μετρούν τις ρυτίδες τους και σκέφτονται την κοπέλα που κάποτε υπήρξαν.

«Δεν θέλω να το μάθουν τα παιδιά μου», είπε.

«Δεν θα το μάθουν», της απάντησα.

«Δεν θέλω να ντρέπομαι», συνέχισε.

Δεν είχα τίποτα να πω σ’ αυτό. Εγώ δεν ντρεπόμουν ποτέ, ούτε όταν έπρεπε. Ήμουν απλώς εκεί για να της δώσω έναν χώρο που δεν είχε πια. Ένα δωμάτιο όπου μπορούσε να ξαναβρεί την ερωτική σπίθα της, έστω και για λίγο.

Έκανε δύο βήματα πίσω, άφησε το παλτό της να πέσει και έμεινε μπροστά μου όπως ήταν: μια γυναίκα που κάποτε είχε όνειρα, και τώρα προσπαθούσε να θυμηθεί πώς να τα ζήσει.

Όταν την πλησίασα, ένιωσα τη διστακτικότητά της. Τα χέρια της πάγωναν πάνω μου, σαν να δοκίμαζαν το αν ήταν εντάξει να με αγγίξουν. Σαν να έψαχναν την άδεια, όχι από μένα, αλλά από μια φωνή που βρισκόταν πίσω της – ίσως τη μητέρα της, ίσως τα παιδιά της.

Ήταν όμορφη. Όχι με τον τρόπο που ήταν οι νεότερες γυναίκες, με τη φρεσκάδα και την αυθάδεια τους. Ήταν όμορφη με τον τρόπο που είναι οι γυναίκες που έχουν περάσει από τη φωτιά και βγήκαν με τις πληγές τους.

Όταν τελείωσε, μείναμε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι. Εγώ κάπνιζα, κι εκείνη με κοιτούσε με βλέμμα που είχε μισή ευγνωμοσύνη, μισή τύψη.

«Δεν θα κρατήσει», είπε τελικά.

«Τίποτα δεν κρατάει», της απάντησα.

Ήταν η τελευταία φορά που την είδα.

Κι όμως, όταν κοιτάζω τον ραγισμένο καθρέφτη στο σπίτι μου, σκέφτομαι εκείνη και τις άλλες. Όχι επειδή μετανιώνω, αλλά επειδή καταλαβαίνω. Εκείνες μου έδωσαν κάτι που εγώ δεν μπορούσα να δώσω στον εαυτό μου: ένα κομμάτι από τη ζωή που έχασα, έστω για λίγο.

Αυτό το ράγισμα στον καθρέφτη… ήταν το ίδιο που είχαν κι εκείνες στα μάτια τους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *