Η νύχτα ήταν βαριά, πνιγμένη στο ποτό και τη μυρωδιά του φτηνού καπνού. Το δωμάτιο έμοιαζε σαν φυλακή, οι τοίχοι έσταζαν ιδρώτα από το βάρος της μοναξιάς. Ύστερα, άνοιξε η πόρτα, και μπήκε εκείνη. Ήταν σαν κάτι που δεν έπρεπε να υπάρχει, σαν να είχε ξεφύγει από τον κόσμο των ονείρων, των εφιαλτών και των ανεκπλήρωτων επιθυμιών. Τα μάτια της, ολοστρόγγυλα, σε κοίταζαν και σε έριχναν μέσα σε βάθη που δεν ήθελες να δεις. Ήταν πηγάδια γεμάτα θάνατο και ευχαρίστηση. Ανάμεσα σε αυτά, μια ειρωνεία – ήξερε, το ήξερε, πως ήδη σε είχε καταστρέψει. Τα βήματά της ήταν αργά, σαν να ήθελε να δώσει χρόνο στον πόθο σου να σε πνίξει πριν καν αγγίξει το κορμί σου.

Η φωνή της ήταν χαμηλή, βραχνή, σαν κάποιο παλιό σαξόφωνο που δεν άντεχε να βγάλει άλλη νότα. «Σ’ έψαχνα,» είπε και τότε στάθηκε μπροστά σου, αφήνοντας τα ρούχα της να πέσουν σαν κάτι ασήμαντο. Το κορμί της ήταν ένα σύμπαν μόνο του, ένα φίδι που σπαρταρούσε, γεμάτο υπόσχεση και καταστροφή. Οι θηλές του στήθους της έλαμπαν σαν αρχαίες πυραμίδες στο φως της πανσελήνου που γλιστρούσε μέσα από το βρώμικο παράθυρο.

Το αιδοίο της άνοιξε σαν φτερά πεταλούδας – όχι της αθώας, της άγριας πεταλούδας, της δηλητηριώδους που σε μαγεύει και σε ρίχνει στο χώμα. Ήταν όμορφη με έναν τρόπο που σε έκανε να θέλεις να κλάψεις ή να ουρλιάξεις. Όχι γιατί δεν την ήθελες, αλλά γιατί ήξερες ότι δεν θα βγεις ποτέ ίδιος από αυτό.

Άπλωσε το χέρι της και τότε όλα τα γαμημένα ποιήματα που είχες γράψει φάνταζαν μικρά και γελοία. Την άγγιξες, κι ένιωσες τη ζεστασιά της, τη ζωντάνια της. Ήταν σαν φωτιά, αλλά όχι η φωτιά που καίει αργά. Ήταν έκρηξη.

Δεν υπήρχε φιλί. Δεν υπήρχε τρυφερότητα. Υπήρχαν μόνο τα σώματά σας που συναντιόντουσαν σαν δυο θύελλες που καταστρέφουν οτιδήποτε στο πέρασμά τους. Κάθε κίνησή της ήταν βαρύ ποτό, κάθε αναστεναγμός της ήταν ουρλιαχτό στον αέρα που έπνιγε το μυαλό σου.

Όταν τελείωσε, δεν σε κοίταξε ξανά. Σηκώθηκε αργά, σαν αγρίμι που μόλις είχε ικανοποιήσει τη δική του πείνα από τις σάρκες σου κι αποχωρούσε, σ’ άφηνε άδειο. Βγήκε από το δωμάτιο όπως μπήκε, με τα φτερά της πεταλούδας ακόμα ανοιχτά, κι εσύ έμεινες εκεί, ανάμεσα στον καπνό, το ποτό, και τη μυρωδιά της στο κορμί σου.

Ήξερες πως δεν θα την ξανάβλεπες ποτέ. Αλλά, διάολε, το σημάδι της θα ήταν πάνω σου για πάντα. Ήταν η λαγνεία που σκοτώνει, και εσύ το θύμα που έψαχνε για εκείνη τη γλυκιά καταστροφή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *