Ο Σουλτάνος της Βαβυλώνας είχε ό,τι μπορούσε να ζητήσει θνητός: παλάτια με σμαραγδένιες οροφές, λίμνες γεμάτες ροδοπέταλα, κρασί από σταφύλια που φύτρωναν μόνο μια φορά κάθε εκατό χρόνια. Και γυναίκες. Χίλιες γυναίκες, καθεμιά ομορφότερη από την άλλη, χόρευαν γι’ αυτόν, τον κοίταζαν με μάτια γεμάτα υπόσχεση, τον χάιδευαν με χέρια που θα έλιωναν πέτρες.

Κι όμως, τίποτα από όλα αυτά δεν μπορούσε να γεμίσει το κενό που τον κατέτρωγε. Κάθε νύχτα, ξάπλωνε σε μαξιλάρια από μετάξι και ξυπνούσε με ιδρωμένο μέτωπο, πεινασμένος για κάτι που δεν ήξερε να περιγράψει.

Εκείνη είχε αρχίσει να εμφανίζεται στα όνειρά του. Ήταν πάντα η ίδια σκηνή: μια γυναίκα που δεν ανήκε σε καμία από τις χίλιες που γνώριζε. Το δέρμα της έμοιαζε να λάμπει σαν το φως του φεγγαριού, τα μαλλιά της μαύρα σαν την πιο σκοτεινή νύχτα. Κάθε βήμα της τον έκανε να τρέμει, κάθε της βλέμμα τον έκαιγε. Στα όνειρά του δεν έλεγε τίποτα, μόνο τον κοιτούσε, γεμάτη μια γνώση που ο ίδιος δεν κατείχε.

Ένα βράδυ, καθώς ξάπλωνε με τα χέρια του σταυρωμένα πίσω από το κεφάλι, την ένιωσε πριν καν τη δει. Ο αέρας στο δωμάτιο βάρυνε, σαν η ίδια η νύχτα να μπήκε στο παλάτι του. Άνοιξε τα μάτια, και να την: στεκόταν μπροστά του, όχι πλέον μέσα στα όνειρα αλλά ζωντανή, χειροπιαστή.

«Ποια είσαι;» τη ρώτησε με έναν κόμπο στη φωνή.

Εκείνη χαμογέλασε, και το χαμόγελό της ήταν αργό, γεμάτο λαγνεία και κάτι σκοτεινό.

«Πείνασες για μένα, Σουλτάνε. Όμως δεν ξέρεις ακόμα τι είμαι.»

Τον πλησίασε αργά, τα γυμνά της πόδια δεν άφηναν σημάδια στο μαρμάρινο πάτωμα. Ο Σουλτάνος ένιωσε την ανάσα του να κόβεται. Δεν τόλμησε να κινηθεί – δεν ήξερε αν έπρεπε να τη φοβηθεί ή να τη λατρέψει.

«Έχω δει όλες τις γυναίκες της Βαβυλώνας,» της είπε. «Έχω γευτεί κάθε-μια που άγγιξε το φως αυτής της πόλης. Μα εσύ δεν είσαι καμία από αυτές.»

Εκείνη κάθισε δίπλα του, τόσο κοντά που μπορούσε να νιώσει τη ζεστασιά της. Έσκυψε το πρόσωπό της κοντά στο δικό του, μα σταμάτησε πριν τον φιλήσει.

«Δεν είμαι γυναίκα, Σουλτάνε,» του ψιθύρισε. «Είμαι η πείνα σου. Είμαι αυτό που σε καίει όταν αγγίζεις ό,τι σου ανήκει. Είμαι το ανεκπλήρωτο, η φλόγα που δεν σβήνει ποτέ. Είμαι η ίδια η Βαβυλώνα.»

Τα χείλη της ακούμπησαν τα δικά του, και ο Σουλτάνος ένιωσε να βυθίζεται σε έναν κόσμο χωρίς βυθό. Δεν ήταν φιλί αυτό που του έδινε – ήταν σαν να του ρουφούσε την ψυχή, σαν να τραβούσε από μέσα του ό,τι υπήρχε και το άλλαζε σε κάτι άλλο, κάτι πιο σκοτεινό.

«Μείνε μαζί μου,» της είπε, η φωνή του σχεδόν σπασμένη. «Μείνε. Θα σου δώσω τα πάντα.»

Εκείνη γέλασε, και το γέλιο της αντήχησε σαν καμπάνα μέσα στο σκοτάδι.

«Δεν μπορείς να μου δώσεις τίποτα που δεν μου ανήκει ήδη. Εγώ είμαι ο κόσμος σου, Σουλτάνε. Τα παλάτια σου, τα χαρέμια σου, τα όνειρά σου, όλα είναι δικά μου. Ακόμα και η πείνα σου είμαι εγώ.»

Ο Σουλτάνος άπλωσε το χέρι να την κρατήσει, μα εκείνη εξαφανίστηκε πριν την αγγίξει. Όταν το δωμάτιο ξανάγινε ήσυχο, κοίταξε γύρω του: όλα ήταν όπως πριν, κι όμως τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Τα μαξιλάρια του, τα χαλιά, ακόμα και τα αστέρια που έβλεπε από το παράθυρο έμοιαζαν άδεια, σαν να τα είχε αφήσει εκείνη μόνη της για να τον βασανίσει.

Από εκείνη τη νύχτα, ο Σουλτάνος δεν κοιμήθηκε ποτέ ξανά. Η πείνα του έγινε τόσο μεγάλη που δεν χωρούσε πια μέσα στο σώμα του. Περιπλανήθηκε στους δρόμους της Βαβυλώνας, αναζητώντας τη γυναίκα, μα όλα του φώναζαν το ίδιο:

“Δεν υπάρχει γυναίκα. Υπάρχει μόνο η Βαβυλώνα. Και εσύ της ανήκεις.”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *